e.e. cummings: Advice to a young poet

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Λευτέρης Χανθόπουλος: Την εποχή που ο ζωγράφος Βάλιας Σ. κατέβηκε από το βουνό

 

 

      Όταν η ποίηση πετύχει στο σημάδι --αφήνοντας για ώρα το βέλος της καρφωμένο πάνω στα συναισθήματα—δε θέλω να μιλάω.  Δε θέλω να λέω τίποτα σα να φοβάμαι μη  διώξω τη συγκίνηση που --αν κι ακαθόριστη-- ποτίζει την ατμόσφαιρά μου.  Διαβάζω αργά-αργά «Την  εποχή που ο ζωγράφος Βάλιας Σ. κατέβηκε από το βουνό» να ζωγραφίσει τη «μάνα» την ώρα περίπου που το παιδί της συναντούσε το ρωσοντυμένο λοχαγό πάνω στη γέφυρα του πράσινου Στρυμόνα με θιασώτη μονάκριβο εκείνου του συναπαντήματος της Αμφιπόλεως το λιοντάρι.   Ο θρύλος λέει πως ο γλύπτης του—σαν ανακάλυψε πως του ‘λειπε η γλώσσα—το πέταξε στο ποτάμι για να γλυτώσει τη ντροπή.  Σαν τ’ ανθρωπάκια—τα καμωμένα από μουλιασμένες πλαστελίνες—που τα χαλά ο αφηγητής.  Δυο γλύπτες δυστυχείς κι ένας ζωγράφος.  Η Στέλλα του ζωγράφου—σκυφτή--με το φουστάνι ανασηκωμένο και την ελιά να φαίνεται στον άσπρο πισινό της, αθάνατη.  Αθάνατος ωστόσο και ο λέων.  Ήθελε δεν ήθελε ο γλύπτης του--όχι που θα τον ρωτούσε η αρχαιολογία—καμαρώνει στα πισινά του ποδάρια ίσα με τις μέρες τις δικές  μας.  Κι ο άλλος γλύπτης;  Εκείνος που πέταξε τ’ ανθρωπάκια του πνιγμένος μες τις ενοχές που ούτε βροχή μα ούτε τ’ άτιμο το μαύρο κλάμα τις ξεπλένει… Πόσο μάς άγγιξε...  Σε μακρινά τοπία μας ταξίδεψε, στις πατρικές μορφές που έσβησαν, στο σπίτι με τις κάμαρες, την αναμμένη καντήλα στο εικονοστάσι και των γιαγιάδων μας τα λαβομάνα.  Κι ας μη συναντηθήκαμε ποτέ με το ρωσοντυμένο λοχαγό στη γέφυρα της ΜΟΜΑ.  Κι ας μην γνωρίσαμε το λέοντα παρά μονάχα μέσα στα βιβλία. 
     Είναι ο λόγος ο θαυματουργός που με το τέμπο του ποιήματος απογειώνει την αφήγηση μεταμορφώνοντάς την σε "γλυπτό", σε έργο μνήμης και τέχνης.  Λόγος νερένιος, πεντακάθαρος, από «βαθύ πηγάδι» αντλημένος.  Αφτιασίδωτος, αληθινός, χωρίς τη χρεία των σημείων στίξης, μα σταματώντας σπάνια σε μια τελεία μόνο ν’ ανασάνει.  Είπα πολλά κι ας μην το είχα πρόθεση.  Στέκω στη γέφυρα, στη Στέλλα, στη μάνα, τον πατέρα, τη γιαγιά και τους προγόνους, στο λέοντα που ασάλευτος κρατά την ιστορία.   Και στη βροχή, «την κατακόκκινη ψιλή βροχή» και στο άτιμο το μαύρο κλάμα.  Στα χέρια μου κρατώ τον αριθμό εκατόν πενήντα εννιά από τα εκατόν εξήντα τρία εκτός εμπορίου αριθμημένα με το χέρι αντίτυπα του ποιήματος, τυπωμένα σε χαρτί Φαμπριάνο και υπογεγραμμένα από το Λευτέρη Ξανθόπουλο.  Τον ποιητή, τον σκηνοθέτη, το δάσκαλο Λευτέρη Χανθόπουλο.