e.e. cummings: Advice to a young poet

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Τζέφρυ Τσώσερ: Ιστορίες του Κάντερμπέρυ


Για πρώτη φορά ολοκληρωμένο σε ελληνική μετάφραση 
το ποιητικό έργο που εξύψωσε τη δημώδη γλώσσα της μεσσαιωνικής Αγγλίας και έθεσε το θεμέλιο λίθο για την άνθιση της αγγλικής λογοτεχνίας 
Μετ.-Εισαγωγή:  Δημοσθένης Κορδοπάτης
Εκδόσεις Μελάνι, 2014, 479 σελ.

  Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο "The Books' Journal", Ιούλιος 2014, τεύχος 45.  Ευχαριστούμε τον κ. Ηλία Κανέλλη για τη δημοσίευσή του.

 ----------

Λίγο πριν τον Τσώσερ και τις Ιστορίες του Κάντερμπέρυ, υπήρχαν κάποιες άλλες, τις οποίες είχαν διηγηθεί τρείς νέοι λόρδοι και επτά νεαρές κυρίες κατά την απομόνωσή τους σε εξοχική βίλλα της Φλωρεντίας προκειμένου να μην εκτεθούν  στην απειλή του Μαύρου Θανάτου, που μάστιζε τις πόλεις της Ιταλίας στα μέσα του 14ου αιώνα.  Πρόκειται βέβαια για το έργο του Βοκάκιου, το Δεκαήμερο (1353), γραμμένο όχι στη γλώσσα των λογίων, στη λατινική, αλλά σ’ εκείνη των απλών ανθρώπων, στην καθομιλουμένη.    Ο γλωσσομαθής και πολυταξιδεμένος Τζέφρυ Τσώσερ (1343-1400), σε μια διπλωματική αποστολή του στην Ιταλία το 1372 ως εκπρόσωπος της Αγγλικής αυλής,  μελέτησε τα έργα των σπουδαίων Ιταλών της εποχής του (Δάντη, Βοκάκιου, Πετράρχη) και επηρεάστηκε τόσο βαθιά κυρίως από το Δεκαήμερο, ώστε να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του στη σύλληψη και συγγραφή ενός εκτενούς ποιητικού έργου με εργαλείο την γλώσσα που μιλούσε και καταλάβαινε ο αγγλικός λαός της εποχής του, γνωστή ως μεσαία αγγλική (Middle English).  Αργότερα, τον 16ο αιώνα και με βάση τη γλώσσα που εκείνος καθιέρωσε με το έργο του, η λογοτεχνία στην Αγγλία έμελλε να ανθίσει και να φτάσει στην υπέρτατη τελειότητά της με τα έργα στου Σαίξπηρ. 
Τσώσερ:  Πορτραίτο 17ου αιώνα (http://en.wikipedia.org/wiki/Geoffrey_Chaucer)
 Πέρα από το υψηλό λογοτεχνικό πρότυπο, οι Ιστορίες του Κάντερμπέρυ, αποτελούν μια ιστορική και κοινωνική εισαγωγή στη ζωή και τα ήθη των τελευταίων χρόνων του Αγγλικού Μεσαίωνα.  Περί τα τέλη του 14ου αιώνα, ήταν σχεδόν ακατόρθωτο για έναν αστό να μετακινηθεί ταξικά και να γνωρίσει το περιβάλλον της αριστοκρατίας.  Ο Τσώσερ το κατάφερε.  Γιος ευκατάστατου εμπόρου κρασιών, υπηρέτησε σε νεαρή ηλικία το γιο του βασιλιά Εδουάρδου του ΙΙΙ, έλαβε μέρος σε δύο εκστρατείες κατά των Γάλλων, γνωρίστηκε με το ίδιο τον βασιλιά και αργότερα, ως διπλωμάτης, ήταν σε θέση να έρθει σε επαφή με όλες τις κοινωνικές τάξεις και να γίνει απ’ όλες αποδεκτός.  Το  προικισμένο μυαλό του δεν άφησε ούτε μία ευκαιρία να πάει χαμένη μεταγγίζοντας τις γνώσεις και τις εμπειρίες του στο λογοτεχνικό του έργο, το οποίο ακόμη και σήμερα προσφέρει απόλαυση στο σύγχρονο αναγνώστη.  

Έχοντας χρησιμοποιήσει ιδέες και στοιχεία από το έργο του Βοκάκιου, ελάχιστα τότε γνωστού στους Άγγλους, οι οποίοι την εποχή εκείνη διήνυαν τον Εκατονταετή τους Πόλεμο με τους Γάλλους, ο Τσώσερ επινόησε το τέχνασμα ενός μακρινού ομαδικού οδοιπορικού από το Σάουθγουερκ προς τον καθεδρικό ναό του Κάντερμπέρυ με σκοπό το προσκύνημα του ιερού λειψάνου του προστάτη της Αγγλικανικής εκκλησίας Τόμας Μπέκετ.  Η επινόηση του οδοιπορικού, επέτρεψε στον Τσώσερ να συγκεντρώσει μια  ποικιλόμορφη ομάδα αφηγητών, εκπροσώπων ενός ευρέος κοινωνικού και οικονομικού φάσματος, διαφόρων τάξεων και επαγγελμάτων, από τον ευγενικό και διακεκριμένο Ιππότη και την ευσεβή Ηγουμένη, μέχρι την πληθωρική Κυρά του Μπαθ, το χυδαίο Μυλωνά και τον φαύλο Πωλητή Συγχωροχαρτίων.   
Ο Τσώσερ προσκυνητής:  Από το χειρόγραφο Ellesmere, Huntington Library,
San Marino, California.  (http://en.wikipedia.org/wiki/The_Canterbury_Tales)

Σε ένα πανδοχείο κοντά στο Λονδίνο, ο αφηγητής Τσώσερ προσχωρεί στην παρέα είκοσι εννέα προσκυνητών καθ’ οδόν προς το Κάντερμπέρυ.  Οι ιδιότητές τους καταγράφονται λεπτομερώς στον πρόλογο του έργου προετοιμάζοντας το έδαφος για τις ιστορίες που θα αφηγηθούν ένας-ένας ξεχωριστά.  Ο Ιππότης και ο Ακόλουθός του, ο Μυλωνάς, ο Επιστάτης, ο Μάγειρας, ο Δικηγόρος, ο Πλοίαρχος, η Ηγουμένη, ο ίδιος ο Τσώσερ, ο Καλόγερος, ο Δόκτωρ της Ιατρικής, ο Πωλητής Συγχωροχαρτίων, η Κυρά από το Μπαθ, ο Μοναχός, ο Κλητήρας του Ιεροδικείου, ο Σπουδαστής, ο Έμπορος, ο Κτηματίας, η δεύτερη Μοναχή, ο Υπηρέτης του Παπά, ο Διαχειριστής και ο Πάστορας.  Η ιδέα της αφήγησης των ιστοριών ανήκει στον Φιλοξενητή πανδοχέα σύμφωνα με τον πρόλογο:

«Κυρίες και κύριοι», άρχισε ο Φιλοξενητής, «ιδού τι σκέφτηκα και σας παρακαλώ να μην το καταφρονήσετε.  Καθένας από εσάς για να κάνει να φανεί ο δρόμος μικρότερος, θα πει δύο ιστορίες στο ταξίδι—εννοώ, δύο στο δρόμο για το Καντέρμπερυ και δύο άλλες στην επιστροφή-- ιστορίες του παλιού καιρού.  Όποιος πει την ιστορία του καλύτερα, δηλαδή όποιος πλέξει τον πιο εποικοδομητικό και ευχάριστο μύθο, θα απολαύσει ένα δείπνο με έξοδα των υπολοίπων από εμάς, εδώ σε τούτο το πανδοχείο, όταν θα έχουμε γυρίσει απ’ το Καντέρμπερυ.  Και για να το κάνω πιο διασκεδαστικό για σας, θα πορευτώ ευχαρίστως και ο ίδιος μαζί σας, με δικά μου έξοδα, και θα γίνω ο οδηγός σας.  Θα είμαι επίσης ο κριτής».  

Οι προσκυνητές συμφωνούν, γίνεται κλήρωση και ο κλήρος πέφτει στον Ιππότη να ξεκινήσει με τη δική του ιστορία.  Το αρχικό σχέδιο του Τσώσερ ήταν για κάθε ένα από τους χαρακτήρες του να αφηγηθεί τέσσερεις ιστορίες.  Δηλαδή, 120 συνολικά, υπερβαίνοντας τις 100 που διηγούνται οι χαρακτήρες του Βοκάκιου στο «Δεκαήμερο».  Εν τούτοις, το βιβλίο τελειώνει με την αφήγηση είκοσι τεσσάρων μόνο ιστοριών ενώ η ομάδα των προσκυνητών βρίσκεται ακόμη καθ’ οδόν προς το Κάντερμπέρυ.  Προφανώς, δεν είχε το χρόνο να φτάσει ως το τέλος και βρισκόμενος, ίσως, στο κατώφλι του θανάτου (απεβίωσε το 1400 από άγνωστες αιτίες) τερμάτισε το έργο βιαστικά, με έναν εξαιρετικά σύντομο αποχαιρετισμό, μέσα από τον οποίο ικετεύει όσους διάβασαν «τη μικρή πραγματεία του» να προσευχηθούν για εκείνον ώστε να συγχωρεθούν τα παραπτώματά του, μεταξύ των οποίων οι μεταφράσεις του και άλλα πονήματα περί εγκόσμιων ματαιοτήτων, τις οποίες και αποκηρύσσει.  Το βιβλίο του δημοσιεύτηκε το 1470 και γνώρισε μεγάλη αποδοχή.   Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, ο Τσώσερ ανακηρύχτηκε πατέρας του Αγγλικού λογοτεχνικού κανόνα.  

Όπως τα έργα του Σαίξπηρ, έτσι και οι Ιστορίες του Κάντερμπέρυ δίνουν την εντύπωση ότι ο συγγραφέας παραμένει σε απόσταση από το δημιούργημά του.  Ο προσκυνητής Τσώσερ, ο οποίος συμμετέχει στο καστ των χαρακτήρων, είναι εν μέρει μια παρωδία του Δάντη της Θείας Κωμωδίας και εν μέρει ο αφηγητής της Ιστορίας της Σκάφης ή ο πρόδρομος, αν θέλετε, του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ.    Ως μέλος της παρέας των προσκυνητών, ο Τσώσερ διακηρύσσει στον πρόλογο την εκτίμησή του προς όλους του αφηγητές, ακόμη και τους πιο σκανδαλώδεις, όπως η «αξιόλογη» Κυρά του Μπαθ, η οποία αργότερα εκπλήσσει με την πληθωρική ερωτική ζωτικότητά της, ο «άξιος σεβασμού» εκκλησιαστικός εκπρόσωπος Συγχωρητής, τουτέστιν ένας τσαρλατάνος πωλητής κίβδηλων θρησκευτικών λειψάνων και συχωροχαρτίων εις άφεσιν αμαρτιών.  Η γελοιοποίηση της φαυλότητας και της υποκρισίας του 14ου αιώνα χρειάζεται ειδικούς χειρισμούς και ψυχραιμία.  Χρειάζεται ένα όπλο σαν και αυτό που ξέρει να χειρίζεται ο Τσώσερ.  Το λεπτεπίλεπτο μαχαίρι της ειρωνείας. 
 
Ο Δημοσθένης Κορδοπάτης, μεταφραστής του δύσκολου αυτού έργου, βρίσκεται στην καλύτερή του φόρμα αποδίδοντας σε ατμοσφαιρικό πεζό λόγο το μεγαλείο των Τσωσερικών χαρακτήρων και των σκανδαλιστικών για την εποχή εκείνη  ευφυολογημάτων τους.  Απόλαυση ανάγνωσης είναι η Ιστορία της Κυράς του Μπαθ, «που γνώριζε όλα τα γιατρικά του έρωτα γιατί σε αυτά τα κόλπα ήταν παλιά καραβάνα» και η οποία έχει «πάρει πέντε άντρες στην πόρτα της εκκλησίας».  Αλλά και η ιστορία του Συγχωρητή--του Πωλητή Συγχωροχαρτίων κατά τον Δημοσθένη Κορδοπάτη-- ο οποίος «πίστευε ότι ίππευε με την τελευταία λέξη της μόδας», τραγουδούσε εύθυμα «έλα εδώ, αγάπη μου, έλα λοιπόν σ’ εμένα» και υπερηφανευόταν για τα διανθισμένα με ψέματα κηρύγματά του.     

Έχοντας διαβάσει τον Τσώσερ εδώ και πολλά χρόνια στο πρωτότυπο, αλλά και στην καταπληκτική μετάφραση του David Wright σε σύγχρονο προζαϊκό λόγο,  μπορώ να αποφανθώ με βεβαιότητα ότι αν και στην πρώτη περίπτωση η ομορφιά της ποίησης, της ομοιοκαταληξίας, υπερβαίνει τις ίδιες τις ιστορίες, η απόλαυση της ανάγνωσης ήταν μεγαλύτερη στη μεταφρασμένη εκδοχή του έργου.    Μπορεί το πρωτότυπο να είναι ταυτόχρονα όμορφο και διασκεδαστικό αν κάποιος έχει την υπομονή να σταθεί και να το μελετήσει επιμελώς στίχο προς στίχο, ωστόσο, είναι πυκνό πολύ και δυσανάγνωστο.   Η μεταφορά των Ιστοριών του Κάντερμπέρυ από το Δημοσθένη Κορδοπάτη σε πεζό λόγο (δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε)  και η εμπεριστατωμένη εισαγωγή του, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από εκείνη του David Wright.  Είναι το ίδιο απολαυστική.    Όσο για τη σάτιρα, την ειρωνεία, το χιούμορ και τη σκωπτική διάθεση δεν χάνονται στη μετάφραση.   Απεναντίας.  Διασώζονται και αναδεικνύονται μεταφέροντας ανάγλυφα στην ελληνική γλώσσα την ατμόσφαιρα της Αγγλίας του 14ου αιώνα.   Όσοι δεν έτυχε να διαβάσουν τις ιστορίες του Κάντερμπέρυ είναι ευκαιρία να το κάνουν τώρα.  Αξίζει τον κόπο. 



Γ. Γ.