e.e. cummings: Advice to a young poet

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Φεύγοντας...



Κώστια Κοντολέων
Φεύγω
Εκδόσεις Ψυχογιός 2011
σελ. 184

Την Κώστια Κοντολέων την έχω θαυμάσει αμέτρητες φορές για τις αψεγάδιαστες λογοτεχνικές της μεταφράσεις (που έχουν περάσει πια τη μισή εκατοντάδα) αλλά και για τα δικά της τα έργα, τα αξιοσημείωτα και τα αξέχαστα.  «Τα  χρόνια του Δράκου» και «Το Κίτρινο Φουστάνι», αφηγήματα με ξεχωριστή προσωπικότητα.   «Το Χάρτινο Σπέρμα», τόσο λιτό και σύνθετο συνάμα μυθιστόρημα.  Το «Σιγανά Σιγανά Πατώ στη Γη», αριστοτεχνικά υφασμένα διηγήματα με μια αέρινη, αχειροποίητη σχεδόν γραφή.  Γραφή γεμάτη δύναμη, μαγική και αξέχαστη.  Και που προβάλλει πάλι ενήλικη και μεστή μέσα από το νεότευκτό της «Φεύγω».  Παραδίνομαι λοιπόν ξανά στη δύναμη του γραπτού της λόγου, παρασύρομαι από τα ρεύματα των εσωτερικών μονολόγων της κεντρικής της ηρωίδας, κλυδωνίζομαι στη δίνη των εσωτερικών της συγκρούσεων, των αντιθέσεων, των αναβολών και των αμφιταλαντεύσεών της.   Ψηλαφίζω τις αιχμές του ψυχογραφικού της διαγράμματος καθώς βυθίζομαι στους δαιδάλους της πολυσύνθετης συνείδησής της.   Και μόνο στην αρχή του προτελευταίου κεφαλαίου, εκεί που η παράθεση της ρήσης του Ντύρερ –ως μότο-- προετοιμάζει την κορύφωση και την έξοδο, αναδύομαι ν’ αναπνεύσω και ν’ αφουγκραστώ την «κραυγή»  που αφήνει πίσω της η αναπόφευκτη σύγκρουση του δίπολου «έρως- θάνατος», η μετουσίωσή του σε  έργο τέχνης.
Το μοτίβο της φυγής είναι τόσο παλιό, έχει σχεδόν την ηλικία της ίδιας της λογοτεχνίας.  Όμως, αυτή εδώ η φυγή της Ρόζας --και του Φλάβιου Κομνηνού-- μέσα από το νέο βιβλίο της Κώστιας Κοντολέων έχει το δικό της  χαρακτήρα.  Ξεχωρίζει όχι τόσο γιατί η έκβασή της διαφέρει και εκπλήσσει, αλλά γιατί μέσα από μία αφηγηματική ατμόσφαιρα που θυμίζει τεχνικές ιμπρεσιονιστών ζωγράφων αφήνει περιθώρια στον αναγνώστη να ερμηνεύσει πέρα από τα όρια του αφηγήματος.  Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στα δύο τελευταία κεφάλαια της νουβέλας είναι η επιστράτευση της τεχνικής του «progression deffet», δηλαδή η επιτάχυνση της αφηγηματικής ροής, η συμπύκνωση της εναλλασσόμενης αφήγησης, η κορύφωση της οικονομίας του λόγου, ή αύξηση των νοηματικών ελλειμμάτων.  Όλα αυτά, πιστεύω, για χάρη του αναγνώστη.  Του αναγνώστη που καλείται «να δει» και «να ακούσει» ο ίδιος μέσα από τη δύναμη της λέξης.  Και που αν θέλετε καλείται να δώσει τη δική του ερμηνεία στην τελική σπαραχτική προφορά του ρήματος  «φεύγω» από την  ηρωίδα.  «Φεύγω», που μπορεί να σημαίνει «αποχωρώ»,  «απομακρύνομαι», «χάνομαι», «λυτρώνομαι», «πεθαίνω», αλλά και «μένω για πάντα» μέσα από την πιο ακραία και ιδιότυπη μετουσίωση σε έργο τέχνης.