e.e. cummings: Advice to a young poet

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Η αληθινή ιστορία μιας μικρής δεκαοχτούρας, μέρος ΙΙ

Αποφασίσαμε ν’ αφήσουμε τα μικρά στη φωλιά τους μέχρι να δούμε πως θα τα βοηθήσουμε αν δεν γυρίσει η μάνα τους.   Καλύψαμε τις ράχες τους με μικρό, μαλακό ύφασμα, για νάχουν ζεστασιά την πρώτη νύχτα της μοναξιάς τους.    Και το πρωί, σαν βγήκε για καλά ο ήλιος, βγήκαμε στο μπαλκόνι να τα ξεσκεπάσουμε.  Η μάνα--όπως φοβόμαστε-- δεν είχε επιστρέψει, αλλά με κάποιο μυστήριο τρόπο το πράσινο χνουδωτό ύφασμα είχε αλλάξει θέση και από σκέπασμα σε στρώμα είχε μετατραπεί.  Ένα λεπτό, απαλό στρώμα, απλωμένο με περίσσεια νοικοκυροσύνη κάτω από τα τρυφερά σωματάκια των μικρών.   



Διαβάσαμε πως ο βρασμένος κρόκος αυγού είναι καλό δυναμωτικό.  Έτσι, με κρόκο και βρεγμένα κομματάκια φρυγανιάς, επιχειρήσαμε να ταΐσουμε τα μικρά.   Εκείνα κατατρόμαξαν σαν πλησίασα τη φωλιά, σαν άπλωσα το χέρι να εναποθέσω την τροφή σιμά τους.  Ανασηκώθηκαν ταυτόχρονα στ’ αδύναμα ποδαράκια τους, φούσκωσαν τα μικροσκοπικά σωματάκια τους κι οπισθοχώρησαν φοβισμένα προς το έξω μέρος της φωλιάς, με κίνδυνο να βρεθούν εκτός της.  Άφησα τον κρόκο και αποσύρθηκα διακριτικά.   Δεν πέρασε μια ώρα και το χαρακτηριστικό λυγμικό κρώξιμο της δεκαοχτούρας έσπασε την απογευματινή σιωπή.  Έτρεξα στο μπαλκόνι και την είδα.  Καθόταν εκεί, δίπλα στα μικρά της, σαν να μην είχε φύγει ποτέ.   
 

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Η αληθινή ιστορία μιας μικρής δεκαοχτούρας









Μια νεαρή δεκαοχτούρα εδώ και μήνες εμπιστεύτηκε το μπαλκόνι του σπιτιού μας και έφτιαξε τη φωλιά της στην πάνω-πάνω διχάλα του γέρο-Μπέντζαμιν.  Εκεί άρχισε να κλώθει  το ένα και μοναδικό αυγουλάκι της απ’ τις αρχές του Απρίλη, όμως οι καιρικές συνθήκες--κυρίως ο αέρας--δεν επέτρεψαν στο πρώτο της μικρό να επιβιώσει.   Για δέκα μέρες εξαφανίστηκε η δεκαοχτούρα, είπα πως δεν θα τη ματαδώ.  Όμως, μόλις πριν τρεις εβδομάδες, επέστρεψε στη φωλιά, γέννησε δυο αυγουλάκια και σαν στοργική μανούλα δεν τ' άφησε ούτε λεπτό απροστάτευτα.  Τα κλώσησε δώδεκα ημέρες ακριβώς.  Και τη δέκατη τρίτη πρόβαλαν από τ' αυγά τα δυο μικρά της.  Μικρούλικα, ασκημούλικα, ανήμπορα και άπτερα σχεδόν.  

Εδώ και πέντε μέρες, τ’ αφήνει  μόνα η μάνα τους κατά διαστήματα και όταν επιστρέφει έχει πάντα το κάτι τι στο ράμφος της να τους προσφέρει.  Απόψε δεν επέστρεψε.  Ανήσυχα περίμεναν τα μικρά μέχρι να δύσει ο ήλιος.  Σαν έπεσε το σκοτάδι κούρνιασαν πλάι-πλάι κι αποκοιμήθηκαν.    




Αχ και να ξαναγύριζε πρωί-πρωί η μάνα τους!  Είναι πολύ μικρά για να τα καταφέρουν χωρίς εκείνη... 



Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Ελεύθερα Ύδατα




Γιάννης Τσίρος
Ελεύθερα Ύδατα
Πατάκης 2012

Αν δεν είδατε την περίφημη παράσταση "Ελεύθερα Ύδατα" της ομάδας Grasshopper σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, διαβάστε το θεατρικό έργο του Γιάννη Τσίρου.  Είναι ένα άρτιο και χορταστικό λογοτεχνικό κείμενο με κεντρικό άξονα την νεανική παραβατικότητα και πρωταγωνιστές τρεις εφήβους, στρατευμένους σ’ έναν ανορθόδοξο πόλεμο ενάντια στην κοινωνική αδικία. 
Μαθητές λυκείου οι πρωταγωνιστές,  συμμετέχουν στην απαγωγή του γιού του ιδιοκτήτη μιας επιχείρησης προστασίας υδάτων με αντάλλαγμα την ελεύθερη πρόσβαση στους υδάτινους πόρους.  Ακολουθώντας εντολές ανωτέρων, τα παιδιά αναλαμβάνουν να κρατήσουν τον όμηρο, δεμένο σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο, υποβάλλοντάς τον στο μαρτύριο της δίψας και απαιτώντας από τον πατέρα του να ακυρώσει τη συμφωνία ιδιωτικοποίησης του νερού, την οποία διαπραγματεύεται η εταιρεία του.   

Με όχημα εξαιρετικά δυνατούς διαλόγους, μέσα από τους οποίους οι κεντρικοί ήρωες συγκρούονται, αυτοπροσδιορίζονται και ολοκληρώνονται, το έργο φτάνει στην κορύφωσή του αποκαλύπτοντας βήμα-βήμα ανθρώπινες ευαισθησίες που δεν συνάδουν με το ρόλο που τους έχει ανατεθεί.  Ένα εξαιρετικά επίκαιρο και ρεαλιστικό κοινωνικο-πολιτικό θρίλερ που πραγματεύεται τη θέση των εφήβων σε μια υπό κατάρρευση κοινωνία και τις συνέπειες του ακραίου και αλόγιστου  ακτιβισμού απέναντι στο κατεστημένο.  Η πλοκή είναι άρτια δομημένη, η γλώσσα διανθισμένη με φιλοσοφικές ρήσεις και ποιητικά αποσπάσματα και οι σκηνοθετικές οδηγίες τόσο σαφείς και ξεκάθαρες, που ο αναγνώστης, νοερά, χωρίς καμία προσπάθεια, γίνεται και θεατής.