e.e. cummings: Advice to a young poet

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Libri et cetera: Μάγοι και θαύματα

Libri et cetera: Μάγοι και θαύματα: Η μαγευτικότερη ίσως χριστουγεννιάτικη ιστορία   είναι εκείνη του Τέταρτου Μάγου, το αριστούργημα του Αμερικανού Χένρυ Βαν Ντάικ (185...

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Στα Βήματα της Ιφιγένειας





Ηρώ Παπαμόσχου
Στα Βήματα της Ιφιγένειας
Εκδόσεις Πατάκη, 2013
 
Από την εισήγησή μου στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου
 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης στις 14 Νοεμβρίου, 2013




     «Υπάρχει πάντα μια στιγμή στην παιδική ηλικία που μια πόρτα ανοίγει και...εισβάλλει το μέλλον». Αυτή η απλή φράση, δανεισμένη από το αριστούργημα του Γκράαμ Γκρήν "Η Δύναμη και η Δόξα", συνοψίζει εν πολλοίς τη γένεση της  κινηματογραφικής Ιφιγένειας του Μιχάλη Κακογιάννη, της δωδεκάχρονης τότε Τατιάνας Παπαμόσχου,  της απόλυτα υπερβατικής μορφής της Ιφιγένειας στον κινηματογράφο-- όπως έγραψαν οι κριτικοί--με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα εκατομμύρια θεατές να την ταυτίζουν με την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη.  


     Με τόσα χρόνια να παρεμβάλλονται ανάμεσα στο σήμερα και στο τότε, η μητέρα της Τατιάνας, η διακεκριμένη συγγραφέας στο χώρο του παιδικού μυθιστορήματος Ηρώ Παπαμόσχου, γυρίζει το χρόνο πίσω, ανασύρει από τη μνήμη συμπτώσεις, συγκυρίες, πρόσωπα και γεγονότα, τα επανασυνδέει και μέσα από τη συγγραφικό της μικροσκόπιο τα βλέπει όλα απ’ την αρχή. 

     Το βιβλίο της δεν είναι μυθιστόρημα, ούτε αυτοβιογραφία.   Είναι ένα ιδιότυπο αφήγημα, ένας συνδυασμός ημερολογίου και απομνημονεύματος όπου δύο αφηγηματικές φωνές αλληλοδιαδέχονται και εναλλάσσονται περιγράφοντας την ίδια πάντα κατάσταση, το ίδιο γεγονός, κάτω από διαφορετική ωστόσο οπτική γωνία.      Η μια φωνή, εκείνη της έφηβης κόρης, προσαρμοσμένη στο ύφος της ηλικίας της, προβάλλει εν είδει ημερολογίου  ενώ η δεύτερη, της συγγραφέως-μητέρας-αφηγήτριας--άλλοτε ακολουθώντας και άλλοτε προπορευόμενη--συμπληρώνει, εμβαθύνει, εξομολογείται, αισθάνεται και περιγράφει το χρονικό της γένεσης της κινηματογραφικής Ιφιγένειας όπως το έζησε η ίδια.

     Ας δούμε όμως τα γεγονότα από την αρχή.  Πώς ξεκίνησαν όλα το καλοκαίρι του 1975 μέσα σε ένα αεροπλάνο.  Η δωδεκάχρονη Τατιάνα μαζί με το Δημήτρη τον αδελφό της και τη μητέρα της ταξιδεύουν με την Ολυμπιακή για Λονδίνο.   Όχι με την προγραμματισμένη πτήση τους.  Για λόγους που δεν ευθύνονται καθυστερούν μια μέρα.  Κι εδώ είναι που η θεά Τύχη παίζει το παιχνίδι της.  Μια καθυστέρηση,  μια σύμπτωση, μια μοιραία συνάντηση και η αθέατη «πόρτα» της παιδικής ηλικίας ανοίγει ξαφνικά.  Κι ενώ η μικρή Τατιάνα ταξιδεύει ανέμελη, το μέλλον, απέξω, καιροφυλαχτεί.  Γιατί  πίσω ακριβώς από τη θέση της μητέρας-Ηρώς κάθεται ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο οποίος της προσφέρει το στυλό του όταν το δικό της ξεφεύγει από τα χέρια της και χάνεται ανάμεσα στα καθίσματα.  Ας αφήσουμε όμως το ίδιο το κείμενο να περιγράψει τη συγκυρία.
      
     «Πήρα το στυλό, συμπλήρωσα κακήν κακώς ό,τι δεν είχα συμπληρώσει, κι ύστερα…του το επέστρεψα με όση περισσότερη ευγένεια μπορούσα ευχαριστώντας τον και πάλι…Τα παιδιά είναι δικά σας; Με ρώτησε χωρίς καμιά άλλη εισαγωγή.  Ξαφνιάστηκα.  Ναι, είπα.   Έχετε όμορφα παιδιά.  Ευχαριστώ, έκανα κι απότομα μου πέρασε από το μυαλό πώς κάπου τον ήξερα τον άνθρωπο, αλλά έλα που δε θυμόμουνα που και πως.  …Εκείνος με έβγαλε από τη δύσκολη θέση.  Είμαι ο Μιχάλης Κακογιάννης, μου είπε… Η κόρη σας...πόσο χρονών είναι;  ρώτησε.  Κοντεύει να κλείσει τα δώδεκα, είπα, αρκετά ξαφνιασμένη με την ερώτηση.  Τι τον ένοιαζε η ηλικία της Τατιάνας.  Ξέρετε, συνέχισε, θέλω να γυρίσω σε ταινία της Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη.  Χρόνια τώρα θέλω να τη γυρίσω αλλά με τη Χούντα στην Ελλάδα αυτό δε γινόταν, άλλωστε δεν μπορούσα καν να έρθω στην Ελλάδα.  Όμως μια ταινία σαν κι αυτή μόνο στην Ελλάδα μπορεί να γυριστεί, γι’ αυτό και περίμενα.  Τώρα είμαι σχεδόν έτοιμος.  Μόνο που ακόμα δεν βρήκα την Ιφιγένεια.  Κατά τη γνώμη μου όταν η Ιφιγένεια θυσιάστηκε ήταν μικρή, ένα μικρό αθώο κοριτσάκι ήταν.   Καμιά φτασμένη ηθοποιός δεν μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο… Θα είχατε αντίρρηση να δοκιμάσω την κόρη σας;  Το είπε τόσο φυσικά σαν να έλεγε «θέλετε ένα ποτήρι νερό;…Ορίστε;  μπόρεσα ν’ αρθρώσω… Σοβαρά μιλάει; αναρωτήθηκα.  Γύρισα και τον κοίταξα. …Και τότε κατάλαβα πως ο άνθρωπος μιλούσε πολύ σοβαρά κι ένα κύμα καυτό με περιέλουσε.  Μού φάνηκε πως το αεροπλάνο έπεφτε σε περιδίνηση, αλλά σε περιδίνηση είχε πέσει το μυαλό μου». 

     Είπε λοιπόν η Ηρώ το ναι με την προϋπόθεση να δεχτεί και η κόρη να δοκιμαστεί χωρίς να γνωρίζει ότι άλλα 150 κορίτσια της ίδιας περίπου ηλικίας δοκιμάζονταν παράλληλα.  Ο ρόλος, ύστερα από πολλές συναντήσεις με το σκηνοθέτη δόθηκε τελικά στην Τατιάνα. Στη συνέχεια, μέσα από την αφήγηση της μητέρας και την παράθεση του ημερολογίου που αποδίδεται μεν στην Τατιάνα αλλά ο αναγνώστης ξέρει ήδη από τον πρόλογο ότι όσο κι αν περιγράφει αληθινά γεγονότα , είναι προϊόν συγγραφικής επινόησης, παρακολουθούμε τις πρόβες, τους συντελεστές, τα δοκιμαστικά  κι έπειτα τα γυρίσματα.  Χαρακτηριστικές είναι οι περιγραφές του κινηματογραφικού πλατό στο 7ο κεφάλαιο, οι άγνωστες στο ευρύ κοινό πτυχές των γυρισμάτων, οι συνδέσεις των σκηνικών με την οικουμενικότητα του έργου.

     «Κάτω από ένα νταμάρι, πάνω από το στρατόπεδο με το όνομα ΚΕΒΟΠ , στην  πλαγιά του βουνού που υψώνεται πάνω από το Χαϊδάρι, σ’ ένα τοπίο άγριο κι ανελέητο,  που άστραφτε κάτασπρο από τη ξεραΐλα και το εκτυφλωτικό φως το ήλιου   στήθηκαν τα σκηνικά για το γύρισμα.   Εμπνευσμένα από τη δημιουργική φαντασία του Διονύση Φωτόπουλου,  ξεφεύγοντας  από τα τυπικά σκηνικά της αρχαίας τραγωδίας. εντελώς απέριττα και δεμένα απόλυτα με τη γη  έμοιαζαν να ανήκουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο και σ’ όλες της εποχές της ανθρωπότητας».    

     Από την αφήγηση δεν λείπουν βέβαια και οι περιγραφές των αστάθμητων παραγόντων και των απροόπτων που συχνά άλλαζαν την ροή των γυρισμάτων. Ενδεδυμένα με το γνωστό καλαίσθητο χιούμορ της Ηρώς συνιστούν μια ανάγνωση απολαυστική.  Κάπου γράφει.      «Στην απόλυτη άπνοια  της αρχαίας Αυλίδας δεν ανέμιζαν  ούτε τα ρούχα ούτε τα μαλλιά. Αυτό όμως δεν το καταλάβαινε το ξεροβόρι που κατέβαινε από την πλαγιά του βουνού,  αδιάφορο για τις ανάγκες του έργου.  Ήρθε φορά  που κρέμασαν ολόκληρες κοτρόνες  στα πέπλα των κοριτσιών για να μην ανεμίζουν και ξόδεψαν ολόκληρο μπουκάλι λακ  για να κατακαθίσουν τα ανεμοδαρμένα μαλλιά». 

     Και βέβαια υπήρχαν και τα κωμικά στιγμιότυπα.  Όπως η τσίχλα που μασούσε η φρουρά του Αγαμέμνονα ενώ συγχρόνως εκτελούσε ευσυνείδητα το ρόλο της.  Εκεί ήταν που ο Κακογιάννης έμπηγε φωνή.  «Φτύστε την τσίχλα!  Και οι τσίχλες έφευγαν ομαδικώς διασχίζοντας καμπύλες τροχιές σαν μικροσκοπικές χειροβομβίδες».
                      
     Ύστερα έπονται  τα  δυο  κορυφαία κεφάλαια του βιβλίου, εκείνα όπου η συγγραφέας βυθίζεται στα άδυτα του ευριπιδικού μύθου καθώς παρακολουθεί συγκλονισμένη τα γυρίσματα της θυσίας.  Εδώ, η έννοια της θυσίας, η οποία εμπεριέχεται διαχρονικά σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης είναι ολοφάνερη.  Όλες τελικά οι εποχές ζητούν θυσίες κι όσο αγνότερο το θυσίασμα τόσο μεγαλύτερη η προσωποποίηση των ανήμπορων και των αδύναμων ανά τον κόσμο.  Ολοφάνερη όμως είναι και η μεγάλη ανατροπή που επιτυγχάνει ο Ευριπίδης με το τελευταίο έργο της ζωής του και του οποίου το μήνυμα ο Κακογιάννης περνά στην οθόνη με περίσσια γνώση και πειστικότητα.  Γιατί στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι ο παραδοσιακός ηρωισμός, όπως τον ήθελε ο Όμηρος, δεν ανήκει στους πανίσχυρους άντρες στρατηγούς.  Δεν ανήκει ούτε στον Αγαμέμνονα ούτε στον άτρωτο Αχιλλέα.  Ανήκει σε γυναίκα, στην προκειμένη περίπτωση σ’ ένα αθώο κοριτσάκι, που δέχεται να θυσιαστεί για να μην ντροπιαστεί, για να διαφυλάξει την τιμή του.  Με   αυτήν την έννοια, η Ιφιγένεια καθίσταται η πρόγονος κάθε κλέους.  Είναι το πρώτο θύμα του πολέμου, η μεγαλύτερη ηρωίδα.  Δικό της είναι το άφθιτον κλέος.     

      Όλα δοσμένα σε σωστές δόσεις.    Οι περιγραφές, τα συναισθήματα, η συγκίνηση, ακόμη και το καλαίσθητο χιούμορ της Ηρώς Παπαμόσχου, που επεμβαίνει διακριτικά για να αποφορτίσει τις εντάσεις και να κρατήσει όπου χρειάζεται τις ισορροπίες.    
    
     Η αφήγηση συνεχίζεται ακολουθώντας τη διαδρομή του έργου από την Αθήνα στις Κάννες για το φεστιβάλ, την Ουάσινγκτον για την Παγκόσμια Πρεμιέρα και την Κύπρο.  Ή Ιφιγένεια του Ευριπίδη, όπως την οραματίστηκε και την αναδημιούργησε ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει βρει τη θέση που της αξίζει στις καρδιές των θεατών αλλά και στο κινηματογραφικό στερέωμα.  Έχει προταθεί για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το οποίο χάνει για μία μόνο ψήφο, έχει αποσπάσει ύμνους από τους κριτικούς, έχει ενθουσιάσει μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, ακόμη και τον Ευγένιο Ιονέσκο που γράφει στη Φιγκαρό  «ότι με τον Ευριπίδη ο Κακογιάννης φτάνει  στην κορυφή της τέχνης και της γνώσης του ανθρώπου».  Αποθεωτικές οι κριτικές για τους συντελεστές του έργου, ειδικά για την Ειρήνη Παππά που ενσάρκωσε την Κλυταιμνήστρα, τον Κώστα Καζάκο ως Αγαμέμνονα, αλλά και για την πρωτοεμφανιζόμενη, μη επαγγελματία ηθοποιό Τατιάνα Παπαμόσχου.  Ο κριτικός κινηματογράφου Γκέρυ Άρνολντ, σε άρθρο του στην Ουάσιγκτον Πόουστ, αφιερώνει δύο παραγράφους στην «απαστράπτουσα φυσικότητά» της Τατιάνας, την «απροσποίητη» ερμηνεία της, την ευγενική της παρουσία και επισημαίνει με βεβαιότητα ότι «ακόμη κι αν δεν παίξει ποτέ ξανά σε κινηματογραφική ταινία, πολύ δύσκολα θα ξεχάσει κανείς τη δραματικότητα των καλύτερων στιγμών της».  Είναι η στιγμή που η μικρή κι ανυποψίαστη Τατιάνα παίρνει τη θέση της Ιφιγένειας στα μάτια των ανά τον κόσμο θεατών της.  Το άφθιτον κλέος της ευριπιδικής ηρωίδας αυτόματα βρίσκει την όψη του στο πρόσωπό της.  Και η πατρίδα της την τιμά. Στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης  παίρνει το βραβείο του πρώτου Γυναικείου Ρόλου.

     Λάμψη και δόξα.  Η μητέρα αφηγήτρια δεδηλωμένα την απολαμβάνει,  η Τατιάνα όμως βρίσκεται σε σύγχυση.   Γι’ αυτήν,  το πέρασμα από την εφηβεία  στην ενηλικίωση  γίνεται επίπονο υπό  το βάρος δυο προσώπων, το δικό της και το κατασκευασμένο, εκείνο δηλαδή που είναι υποχρεωμένη να εμφανίζει προς τα έξω ως κινηματογραφική Ιφιγένεια.  Οι «απαιτήσεις» της δημόσιας εικόνας δημιουργούν εσωτερικές συγκρούσεις και στην προσπάθεια να επανακτήσει το βηματισμό της βρίσκει διέξοδο στην άρνηση.  «Να με αφήσετε ήσυχη», επαναλαμβάνει.      Πρόκειται, βέβαια, για μία άρνηση φυσιολογική. Μια άρνηση που η μητέρας της, πάνω στον ενθουσιασμό της για τις επιτυχίες του παιδιού της,  λάθος κατάλαβε και λάθος ερμήνευσε  και δεν την βοήθησε όπως έπρεπε  για να μπορέσει να  βρει τον βηματισμό της.   Γι’ αυτήν την παράληψη, την αδυναμία της αν θέλετε, απολογείται στο τέλος του βιβλίου. Ίσως να είναι κι ένας λόγος  που το έγραψε.  Και ξαναζώντας  όλα τα γεγονότα από την αρχή , μέσα από μια κατάθεση ψυχής , να την δικαιώσει.   
    
     Εν κατακλείδι, στο νέο της βιβλίο η Ηρώ Παπαμόσχου κατασκευάζει μια εν δυνάμει προσωπική μετα-ιστορία μέσα από την οποία, πρόσωπα, γεγονότα, συναισθήματα και καταστάσεις προβάλλουν ανάγλυφα και καθορίζουν εν πολλοίς τη σύμπλοκη πορεία της κεντρικής ηρωίδας και της αφηγήτριας μητέρας της με φόντο πάντα την κινηματογραφική Ιφιγένεια.  Το διάβασα με περίσσιο ενδιαφέρον, το ευχαριστήθηκα και εύχομαι από καρδιάς να είναι καλοτάξιδο.  

Σημ.  Οι δύο φωτογραφίες από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη δεν συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο.  Η ενσωμάτωσή τους στην παρουσίαση είναι αποκλειστικά δική μου επιλογή.