e.e. cummings: Advice to a young poet

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Ταξιδεύοντας με το Λύκο της Μαρίας Σαββάκη

   
     
 Αναδημοσίευση από Diastixo.gr (http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/3393-taxidia-me-ton-liko-mou)
  
     «Μου αρέσει να είναι αληθοφανείς οι ιστορίες μου, που σημαίνει πως πρέπει να έχουν λύκους. Λύκους με τη μια ή με την άλλη μορφή», σχολιάζει ο ήρωας της Μάργκαρετ Άτγουντ στον Τυφλό δολοφόνο (Ωκεανίδα 2001, μτφρ. Πόλυ Μοσχοπούλου). Και συνεχίζει επιμένοντας: «Όλες οι ιστορίες για λύκους μιλάνε. Όλες οι ιστορίες της προκοπής... Σκέψου λιγάκι. Σώθηκε, λέει, από τους λύκους, πάλεψε με τους λύκους, έπιασε λύκους, εξημέρωσε λύκους. Τον πέταξαν στους λύκους ή πέταξε αυτός άλλους στους λύκους, ώστε οι λύκοι να φάνε τους άλλους αντί γι' αυτόν. Έζησε με αγέλη λύκων. Μεταμορφώθηκε σε λύκο. Και το καλύτερο απ' όλα, έγινε ο επικεφαλής λύκος. Δεν υπάρχουν άλλες ιστορίες της προκοπής».
    
     Η ρήση της Άτγουντ φαίνεται να ταιριάζει σαν γάντι στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι της ιατρού ψυχογλωσσολόγου Μαρίας Σαββάκη. Το συγγραφικό της ενδοσκόπιο, συνεπικουρούμενο από την επιστημονική της κατάρτιση αλλά και την πλατιά της παιδεία ακόμη και σε φιλολογικής φύσεως θεματικές (κατά την παραμονή της στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ παρακολούθησε μέχρι και τις περίφημες διαλέξεις/αναλύσεις του Gregory Nagy πάνω στα ομηρικά έπη), εντοπίζει, ανασύρει και αναδεικνύει με λογοτεχνική δεινότητα το ενστικτώδες πλάσμα που φωλιάζει στον άνθρωπο και για το οποίο παραδόσεις και πολιτισμοί –από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα– γραπτός λόγος και προφορικός έχουν ξοδέψει τόνους μελανιού για να περιγράψουν και αμέτρητες ώρες για να διαλαλήσουν. Η Μαρία Σαββάκη το εντοπίζει, λύκο το ονομάζει και μέσα από σαράντα δύο σύντομα πεζά ποιήματα συνταξιδεύει μαζί του στο παρόν, στο παρελθόν και στο αβέβαιο μέλλον με κατεύθυνση έναν τόπο άλλοτε ιδιωτικό κι άλλοτε πανανθρώπινο, μια ζωή σπαρμένη με ανησυχίες, φόβους, ανέφικτες αναζητήσεις και υποσχέσεις. «Λύκο μου», του υπόσχεται καθώς μαζί του συνταξιδεύει.

                                            Θα σου χαρίσω εφτά γιους
                                            έναν για κάθε μέρα.
                                            Ο λύκος της Κυριακής θα φυλάει τα έρημα,
                                            τα μπαμπάκια απ' τα χωράφια στις άκρες του δρόμου,
                                            τα δέντρα στις υπώρειες του Θεού, τα κοπάδια
                                            των πουλιών που ψάχνουν χαμηλά για σπόρους
                                            κι όλους όσους πεινάν και το ξέρουν.
                                            Ο λύκος της Δευτέρας θα είναι για τα βουνά,
                                            της Τρίτης των θαλασσών, της Τετάρτης για τη
                                            φύλαξη της τάξης των πραγμάτων, της Πέμπτης
                                            για ό,τι φαίνεται από μακριά, της Παρασκευής
                                            για ό,τι πλησιάζει και το εύχεσαι και του Σαββάτου
                                            για ό,τι ξεκουράζεται και περιμένει.
                                            Εσύ δεν θα έχεις να κάνεις τίποτα.
                                            Το πολύ να μέμφεσαι ή να δοξάζεις το Θεό
`                                           που σ' έκανε μαύρο, άσπρο, καλό, κακό και άγριο.
    
     Ιδού το αποτέλεσμα της ποθητής σύζευξης του άγριου με το ήμερο, του απολίτιστου με το πολιτισμένο: ένας κόσμος ιδεατός, μολονότι ανέφικτος, όπου η αποκατάσταση της δικαιοσύνης απέναντι στην ταλαιπωρημένη φύση θριαμβεύει και υπερτερεί. Τι κι αν ο λύκος είναι μαύρος, άσπρος, καλός, κακός ή άγριος; Σημασία έχει η ενστικτώδης φύση του, η αρχετυπική υπόστασή του, η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε δύσκολες συνθήκες. Σ' αυτήν ακριβώς επικεντρώνεται η ποιήτρια και αυτήν εναγκαλίζεται ως προσωπείο.

     Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, από την Ανατολή ως τη Δύση κι από τον Βορρά μέχρι τον Νότο, όλων των ειδών οι λύκοι στοιχειώνουν τους μύθους και τη λογοτεχνία. Αμέτρητοι λύκοι, λύκαινες, λυκάνθρωποι, λύκοι κακοί, λύκοι καλοί, λύκοι στοργικοί, λύκοι μοναχικοί. Αν έπρεπε έστω μερικούς να προσεγγίσουμε, θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες. Έτσι, θα περιοριστούμε στον λύκο που συνυπάρχει μέσα μας όπως αναφέρεται στο περίφημο βιβλίο της Clarissa Pinkola Estés Women Who Run With the Wolves: Myths and Stories of the Wild Woman Archetype (απ' ό,τι γνωρίζω, δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά). Στο εκτενές αυτό πόνημα, η συγγραφέας του υποστηρίζει ότι γυναίκες και λύκοι έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Οξεία διαίσθηση και μια φοβερή ικανότητα αφοσίωσης. Τόσο οι λύκοι όσο και οι γυναίκες είναι από τη φύση τους ερευνητικά και «σχεσιακά» πλάσματα, πλάσματα απίστευτης δύναμης και αντοχής. Νοιάζονται για τα μικρά τους, το ταίρι τους, την οικογένειά τους, την αγέλη τους. Είναι δεινός πολεμιστής ο λύκος, παρά ταύτα τρυφερός σύντροφος, συνομιλητής, προστάτης και προστατευόμενος. Έναν τέτοιο λύκο επιλέγει ως συνταξιδιώτη η Μαρία Σαββάκη και σ' αυτόν απευθύνεται, τρυφερά και προστατευτικά, μέσα από μικρούς, ωστόσο μεστούς και ανυπόκριτους μονολόγους, λέξεις κοπιαστικά διαλεγμένες και ειλικρινείς, χρωματισμένες στις αποχρώσεις της μελαγχολίας και καλυμμένες με ένα πέπλο λεπτής ειρωνείας, που μόνο η ποίηση μπορεί να εκφράσει.

                                                Λύκο μου, σε βλέπω μελαγχολικό,
                                                δε δίνεις καμία σημασία σ' αυτή τη δύση
                                                τη βαθιά και την κόκκινη.
                                                Μη θλίβεσαι, ήτανε μάλλον κουτό
                                                να θεωρήσεις ένα απλό θήραμα
                                                απρόσιτο είδωλο, και τώρα αναγκάζεσαι να
                                                μου κρύβεις τα ψέματά σου με φράσεις
                                                σύντομες και ασυνάρτητες.
                                                Λέω να μου μιλήσεις για τη θλίψη σου
                                                όπως θα κατεβαίνουμε προς την όχθη,
                                                 να μου τα πεις όλα για να καταλάβω.
                                                 Ο ήλιος θα πέσει, θα φαίνεσαι
                                                 πάλι μαύρος σατινένιος και θα πεισθείς
                                                 και συ πως η χαρά δεν είναι δεδομένο
                                                της ζωής, αλλά επιτυχία του είδους.

     Πόσο μοιάζει με τον άνθρωπο αυτός εδώ ο λύκος! Μελαγχολεί, απογοητεύεται, συναισθάνεται, υπεκφεύγει, ωσάν να έχει μέσα του εμποτισθεί η εξημερωμένη φύση της συνταξιδεύτριάς του. Ή μήπως έτσι αχώριστοι όπως οι δυο συνταξιδεύουν, έρχεται η ώρα που και το αντίθετο επιτελείται;

                                                Λύκο μου, σήμερα θα κοιμηθώ και στις
                                               τέσσερις μασχάλες σου. Στη μία θα βάλω
                                               τη μύτη μου, στην άλλη τα μάτια μου, στην
                                               τρίτη τον αυχένα, στην άλλη τις παλάμες μου.
                                               Απ' το παράθυρο θα φεύγουν τα τοπία,
                                               εσύ θα τ' αφουγκράζεσαι και θα τα περιγράφεις.
                                               Εγώ θα τα μυρίζω. Άλλο γεμάτο, άλλο πράσινο,
                                               άλλο επικλινές, άλλο μακάριο, όταν τ' ακούσω
                                               όλα, θα τεντωθώ, θα σ' αγκαλιάσω, θα μπω
                                               μέσα στο δέρμα σου, θα ακουμπήσω στο
                                               τρίχωμά σου, θα τα αφήσω να φυσάν περνώντας
                                               απ' το στέρνο μου, να διαγράφονται στις άκρες
                                               των οστών και να τολμούν τα άχραντα και τα βαθιά κρυμμένα.

     Η πεμπτουσία του ποιητικού εγχειρήματος της Μαρίας Σαββάκη συνοψίζεται στις τελευταίες οκτώ λέξεις. Εκεί που η εξημερωμένη φύση, έχοντας τελετουργικά διεισδύσει στην ενστικτώδη, οικειοποιείται τις αισθήσεις της, ενδύεται το τοτεμικό προσωπείο της και καταφέρνει έστω και για μια στιγμή να σπάσει τα δεσμά της και να λυτρωθεί.

     Εντέλει, αν κάτι πάει στραβά στη μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου είναι γιατί έχει χάσει την ενστικτώδη φύση του, ίδια με του μοναχικού λύκου που, ουρλιάζοντας με το ρύγχος υψωμένο, αναζητά ταίρι κι έναν καινούργιο τόπο εγκατάστασης. Του λύκου οικογενειάρχη, του λύκου κυνηγού, του δυνατού αρχηγού της αγέλης, του λύκου που οσμίζεται τα πάντα και δεν αφήνει ευκαιρία να πάει χαμένη. Της άγριας φύσης της κλεισμένης στο συλλογικό ασυνείδητο σαν τον φυλακισμένο στο σκοτεινό κελί της φυλακής. Του ανθρώπου-λύκου που επικοινωνεί, γράφει, διαβάζει, μιλάει, συνδιαλέγεται, εκδηλώνοντας έτσι την αρχετυπική του αναζήτηση που δεν είναι άλλη από το να ζήσει, να δημιουργήσει, να προστατεύσει, να καθοδηγήσει, να ερωτευτεί, να δώσει νέα ζωή, να πενθήσει, να γελάσει δυνατά κι ασταμάτητα γιορτάζοντας τη νίκη του χωρίς ντροπή, να ζήσει χωρίς όρια, να μεταφέρει τη σοφία του, να εμπιστευτεί τα ένστικτα και τη διαίσθησή του.   Σκόρπιες σκέψεις που γεννήθηκαν ταξιδεύοντας με τη Μαρία Σαββάκη και τον λύκο της. Ένα ταξίδι ζωογόνο και χορταστικό, ταξίδι ψυχής που άξιζε τον κόπο.

Γ.Γ.

Αχ αυτοί οι γονείς...



Αναδημoσίευση από το Fractal.gr (http://fractalart.gr/ach-afti-i-gonis)

     Με κεντρικό σκηνικό το οικογενειακό περιβάλλον και πρωταγωνιστές ρεαλιστικούς ήρωες, ο Μάκης Τσίτας, στα βιβλία που γράφει για μικρά παιδιά (5-6 ετών), καταπιάνεται με θέματα και καταστάσεις που προβληματίζουν τις μικρές ηλικίες και τις οποίες εμείς οι μεγάλοι συχνά υποβαθμίζουμε ή ελαχιστοποιούμε. Η συντροφικότητα, η ατομική ευθύνη, παιδικές ανασφάλειες που χαρακτηρίζουν το πέρασμα από τη νηπιακή στη σχολική ηλικία, είναι οι κύριοι θεματικοί «τόποι» για το συγγραφέα. Προσηνής, ευαίσθητη και ρέουσα η γραφή του, απόλυτα προσαρμοσμένη στις δυνατότητες των μικρών αναγνωστών, εστιάζει στους παιδικούς προβληματισμούς, τους αναδεικνύει και με αφοπλιστική απλότητα τους εξουδετερώνει. Πρόκειται, ωστόσο, για μια απλότητα επιτηδευμένη. Γιατί αν σταθούν οι γονείς και διαβάσουν μαζί με τα παιδιά τους τις ιστορίες, θα ανακαλύψουν και θα ερμηνεύσουν–σε διαφορετικό πάντα επίπεδο—κρυμμένα σημεία που αφορούν και τους ίδιους.
     Το βιβλίο του Μάκη Τσίτα «Αχ αυτοί οι γονείς», ας το διαβάσουν και οι μεγάλοι γιατί τους ενδιαφέρει. Πάντα κουρασμένοι οι εργαζόμενοι γονείς, τη μια στιγμή βιάζονται να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες των παιδιών τους και την άλλη ορίζουν με αυστηρότητα τις διαχωριστικές γραμμές.
Και τα παιδιά, ανυπόμονα να χαρούν την επιθυμία τους που έγινε χειροπιαστή, σαστίζουν, ταλαντεύονται ανάμεσα στα «ναι μεν» και τα «αλλά», εμπιστεύονται τη δική τους κρίση, παραβαίνουν τους κανόνες και έπειτα ιδού η αμφισβήτηση, η ταπεινωτική τιμωρία. Κάπως έτσι συμβαίνουν τα πράγματα στο «Αχ αυτοί οι γονείς».
     Πρόκειται για το μικρό Μάρκο που μόλις απέκτησε ποδήλατο κι ενώ έχει υποσχεθεί ότι δεν θα διασχίσει μόνος του ποτέ το δρόμο για να πάει στο πάρκο, μια Κυριακή πρωί που ξυπνάει πρώτος και βαριέται αφόρητα, βγαίνει στο δρόμο με το ποδήλατό του. Οι γονείς του τον αντιλαμβάνονται, τον σταματούν, τον επιπλήττουν και τον τιμωρούν υποχρεώνοντάς τον να μείνει κλεισμένος στο δωμάτιό του. Όμως, εδώ ακριβώς ξεκινά η κυρίως ιστορία. Μια ιστορία ανατρεπτική και διασκεδαστική συνάμα, όπου οι ρόλοι παιδιού και γονιών αντιστρέφονται αναδεικνύοντας βήμα-βήμα πόσο σημαντικό είναι να μπορεί κανείς να μπαίνει στη θέση του άλλου για να κατανοήσει ότι ορισμένες υποχρεώσεις–όπως η ατομική ευθύνη, η τήρηση των κανόνων και η προσήλωση στις διαχωριστικές γραμμές–είναι πάνω απ’ όλα συνδεδεμένες με το αληθινό ενδιαφέρον, την αδιαμφισβήτητη και απέραντη οικογενειακή αγάπη.
     Την εικονογράφηση του βιβλίου υπογράφει η ταλαντούχος Ίρις Σαμαρτζή. Λεπτές, καλόγουστες και σπιρτόζικες οι γραμμές της, συνοδεύουν και συμπληρώνουν το κείμενο, άλλοτε μέσα από ολοσέλιδες, πολύχρωμες εικόνες και άλλοτε μέσα από μικρά, απαλόχρωμα πλαίσια κοντά-κοντά τοποθετημένα. Διαβάζοντας το βιβλίο, παιδιά και γονείς θα χαρούν τις εικόνες, θα ταυτιστούν με τα πρόσωπα της ιστορίας και παρακολουθώντας τις ανατροπές μέσα από την έξοχα δοσμένη αντιστροφή των ρόλων, μπορεί να δουν να προβάλει–σαν μέσα από καθρέφτη—ο ίδιος ο εαυτός τους.

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο: Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Μιχάλη Μοδινού




(Αναδημοσίευση πό το diastixo.gr  7/12/2014)

Παρακολουθώ, χρόνια τώρα, τη συγγραφική πορεία του Μιχάλη Μοδινού, τη μετεξέλιξή του από δοκιμιογράφο οικογεωγραφικού περιεχομένου σε οξυδερκή μυθιστοριογράφο. Το λογοτεχνικό του έργο, πιστό στους παλαιότερους προβληματισμούς του για την ανάπτυξη και τις επιπτώσεις της στις κοινωνίες και το περιβάλλον, εμφορείται από κλασικά μοτίβα φυγής, όπως η απόδραση από το αστικό τοπίο, η επιστροφή στη φύση και τα πατρογονικά εδάφη. Μέσα από έναν διάλογο πολιτισμών, ιδεολογιών, αλλά και συνεχή σύνδεση με την ίδια τη λογοτεχνία, οι ήρωές του μετακινούνται διαρκώς στον γεωγραφικό χώρο, πραγματεύονται σε βάθος τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, ταλαιπωρούνται και στοχάζονται βρίσκοντας τελικά την κάθαρση στην ελπίδα για μια νέα περιπέτεια.

Το προσφιλές για τον συγγραφέα μοτίβο της φυγής επαναλαμβάνεται –αυτή τη φορά σε υπερθετικό βαθμό– και στο νέο του βιβλίο, φέροντας στο προσκήνιο με πρωταγωνιστικό ρόλο την κρίση. Τελευταία έξοδος Στυμφαλία: ηχηρός σαν σύνθημα ο τίτλος, μοιάζει ευθύς εξαρχής να προαναγγέλλει το θλιβερό τέλος του αφηγητή, στο πρόσωπο του οποίου ενσαρκώνεται η καταστροφή της χώρας. Αποφασισμένος να τερματίσει τη ζωή του, αλλά συνεχώς αναβάλλοντας, ο αφηγητής παλινδρομεί με το αυτοκίνητο τις νύχτες στην εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου και με κατεύθυνση την έσχατη έξοδό του, άλλοτε με οργή κι άλλοτε με παράπονο, μονολογεί. Ένας αδιάκοπος, καυστικός, αυτοσαρκαστικός, παραληρηματικός, ωστόσο χρωματισμένος με χιούμορ μονόλογος είναι το leitmotiv της αφήγησης, μια εκ βαθέων εξομολόγηση του υποψήφιου αυτόχειρα με αποδέκτη έναν φανταστικό ανώνυμο συνταξιδιώτη, έναν μποντλερικού τύπου αναγνώστη ή, καλύτερα ίσως, έναν από τους «κυρίους» του φανταστικού ακροατηρίου από το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι.

Οικονομικά κατεστραμμένος και με την οικογένειά του διαλυμένη, ο μεσήλικας αφηγητής –μηχανικός και πατέρας ενός γιου, απόφοιτου του ΕΜΠ, που δεν του μιλά τα τελευταία χρόνια– διανύει μόνος κι έρημος το όγδοο μετά Καταστροφής έτος. Επιλέγοντας να παραδοθεί «καλύτερα στα χέρια των θεών παρά των ανθρώπων», οδηγεί, ώρα μεσάνυχτα, μες στη βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα και παραληρεί. Αφήνοντας πίσω μια Αθήνα κατεστραμμένη, περιγράφει μια ατμόσφαιρα ζοφερή και δυστοπική, ωστόσο ρεαλιστική, σαν αυτή που όλοι φοβόμαστε και απευχόμαστε.
«Γυρίζω στην πόλη αυτή που εδώ και καιρό είναι ένα άδειο κέλυφος, όπου διασταυρώνεται με κενά βλέμματα, με χαμένες υπάρξεις, με ψυχές που μοιάζουν να περιφέρονται στο Καθαρτήριο χωρίς να καταλαβαίνουν τι τις βρήκε, με απισχνασμένες κατατονικές μορφές που ψαχουλεύουν τους σκουπιδοτενεκέδες, με αλλοεθνείς που εκθέτουν τη μίζερη πραμάτεια τους σε χράμια, με επαίτες που αφηγούνται τις καταθλιπτικές ιστορίες τους και εκθέτουν τα έλκη τους στο Σύνταγμα ή στα διαρκώς αραιότερα δρομολόγια του μετρό, ανάμεσα σε καύκαλα από φαγωμένα περιστέρια, κονσερβοκούτια και περιττώματα.»

Η ατμόσφαιρα γίνεται ζοφερότερη με την εμφάνιση ομάδας Ανέγγιχτων γύρω από αναμμένους κάδους απορριμμάτων, ένστολους να φρουρούν ΑΤΜ, πρατήρια καυσίμων και σταθμούς διοδίων, ένοπλες συμμορίες να αλωνίζουν σε όλη την επικράτεια, βαγόνια του μετρό να ανατινάσσονται, αυτοκίνητα να φλέγονται και ληστές ενίοτε να συλλαμβάνονται ύστερα από ένοπλες μάχες με την πολιτοφυλακή σε επαρχιακούς δρόμους. Μια Ελλάδα σχεδόν οργουελική, κατεστραμμένη, στο έλεος επιτρόπων και της έξωθεν προερχόμενης ανθρωπιστικής βοήθειας. Ανασύροντας αναμνήσεις από τα χαλάσματα της προσωπικής του πορείας –όμοια μ' εκείνα της ισοπεδωμένης χώρας και του προ Καταστροφής ελληνικού γίγνεσθαι– «τα ωραία χρόνια», όπως τα αποκαλεί αυτοσαρκαζόμενος, ο αφηγητής αναζητεί τα αίτια της αποτυχίας στην εποχή της επίπλαστης ευημερίας, επιχειρώντας τη σύνδεση του ιδιωτικού και του δημόσιου για να αιτιολογήσει τον επερχόμενο ατομικό και συλλογικό θάνατο που μοιάζει κι αυτός με αυτοχειρία.

Κορυφαία, κατ' εμέ, στιγμή του βιβλίου, το κεφάλαιο «Αριθμοί», όπου ο τεχνοκράτης αφηγητής, πιστός στα ιστογράμματα, στις κατηγοριοποιήσεις και τα ποσοστά, παραθέτοντας σε αριθμούς τα στοιχεία του, φωτογραφίζει έμμεσα ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία που εμπίπτει στην ηλικιακή γενιά του. Θα είναι πολλοί οι αναγνώστες που θα ταυτιστούν μαζί του. Και ακόμα ίσως περισσότεροι εκείνοι που ασυναίσθητα θα ταυτίσουν τη μοίρα του δικού τους παιδιού μ' εκείνη του γιου του αφηγητή, του απόμακρου και εσωστρεφή απόφοιτου πανεπιστημίου, απασχολούμενου τελευταία σε περιφρουρούμενο σούπερ μάρκετ. Του εικοσιπεντάχρονου μοναχογιού, που τις ευτυχισμένες μέρες, όταν ήταν μικρός ακόμη, εξερευνούσε με τον πατέρα του τις ορεινές λίμνες ρωτώντας με την αθώα του περιέργεια «γιατί αποξηράνθηκε η λίμνη των Γιαννιτσών κι αν ζούσε ακόμη ο Παύλος Μελάς και η κυρία Δέλτα και αν υπήρχαν ακόμη κομιτατζήδες». Τι τρυφερή ανάμνηση ανάμεσα στα αλλεπάλληλα ταξίδια ενοχής και αυτομαστιγώματος, τις επικρίσεις και τα λεκτικά ξεσπάσματα, στο ποιος αλήθεια έφταιξε και στο ανεπανάληπτο «λεφτά υπάρχουν».

Άλλη κορυφαία στιγμή πατρικής στοργής το κεφάλαιο «Δευκαλίων» καταμεσής του βιβλίου. Εδώ, έχοντας σταματήσει το αυτοκίνητο να ξεκουραστεί, ο αφηγητής αποκοιμιέται βιώνοντας έναν απίστευτο εφιάλτη συμπλοκής και καταδίωξης από Αγρίους, μια συγκλονιστική περιγραφή βγαλμένη λες από το Δρόμο του Κόρμακ Μακάρθι, όπου ο πατέρας πολεμά υπεράνθρωπα για να προστατεύσει τον γιο του, ό,τι πιο πολύτιμο κι αγαπητό επί της γης.

Τα κεφάλαια όμως τρέχουν προς τα εμπρός ενώ ο τίτλος, το αίνιγμα της τελικής εξόδου και των τυχόν συμβολισμών της Στυμφαλίας, επιμένει παραπλανητικός έως τις τελευταίες σελίδες, έως το προτελευταίο από τα σαράντα δύο πολυκύμαντα κεφάλαια, δομημένα με οικονομία προς όφελος του αναγνώστη. Τα διάβασα μια και καλή μέσα σε λίγες ώρες, όσες περίπου κρατά η χρονική διάρκεια της αφήγησης, ξεκινώντας μεσάνυχτα με βροχή και τερματίζοντας με μια απρόσμενη ανατροπή την ώρα που χαράζει η καινούργια μέρα. Εκεί, ο τίτλος ξεδιπλώνει τις πτυχές του και μέσω της κάθαρσης αποκαλύπτεται. Μια κάθαρση, όμως, που προϋποθέτει ωριμότητα και γνώση και την οποία θα εισπράξει εις διπλούν εκείνος που είχε την τύχη να μεγαλώσει κάποτε παιδί.

Το βιβλίο, όσο κι αν κινείται στ' αχνάρια του φαντασιακού, ως αφήγημα ξεπερνά τον ρεαλισμό. Το χρονικό που οδήγησε στην καταστροφή της χώρας υπενθυμίζεται σε κάθε ευκαιρία όχι απαραίτητα μέσα από εμπεριστατωμένα γεγονότα και λεπτομέρειες, αλλά μέσα από ένα δριμύ κατηγορώ, μια απροκάλυπτα καυστική λογοτεχνική ανακατασκευή, η οποία παραπέμπει σε αυθεντικές καταστάσεις και φωτογραφίζει υπαρκτά πρόσωπα και ομάδες. Ως μυθιστόρημα και χρονικό της κρίσης, πολλοί, φαντάζομαι, θα το επικροτήσουν. Ως πολιτικό μήνυμα, θα υπάρξουν ενδεχομένως κι εκείνοι που θα το νιώσουν ωσάν γροθιά στο στομάχι και θα το μισήσουν. Έχω όμως την αίσθηση, χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί, πως θα το απολαμβάνει αυτό το ενδεχόμενο μίσος τους ο συγγραφέας.