e.e. cummings: Advice to a young poet

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Libri et cetera: Μάγοι και θαύματα

Libri et cetera: Μάγοι και θαύματα: Η μαγευτικότερη ίσως χριστουγεννιάτικη ιστορία   είναι εκείνη του Τέταρτου Μάγου, το αριστούργημα του Αμερικανού Χένρυ Βαν Ντάικ (185...

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Στα Βήματα της Ιφιγένειας





Ηρώ Παπαμόσχου
Στα Βήματα της Ιφιγένειας
Εκδόσεις Πατάκη, 2013
 
Από την εισήγησή μου στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου
 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης στις 14 Νοεμβρίου, 2013




     «Υπάρχει πάντα μια στιγμή στην παιδική ηλικία που μια πόρτα ανοίγει και...εισβάλλει το μέλλον». Αυτή η απλή φράση, δανεισμένη από το αριστούργημα του Γκράαμ Γκρήν "Η Δύναμη και η Δόξα", συνοψίζει εν πολλοίς τη γένεση της  κινηματογραφικής Ιφιγένειας του Μιχάλη Κακογιάννη, της δωδεκάχρονης τότε Τατιάνας Παπαμόσχου,  της απόλυτα υπερβατικής μορφής της Ιφιγένειας στον κινηματογράφο-- όπως έγραψαν οι κριτικοί--με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα εκατομμύρια θεατές να την ταυτίζουν με την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη.  


     Με τόσα χρόνια να παρεμβάλλονται ανάμεσα στο σήμερα και στο τότε, η μητέρα της Τατιάνας, η διακεκριμένη συγγραφέας στο χώρο του παιδικού μυθιστορήματος Ηρώ Παπαμόσχου, γυρίζει το χρόνο πίσω, ανασύρει από τη μνήμη συμπτώσεις, συγκυρίες, πρόσωπα και γεγονότα, τα επανασυνδέει και μέσα από τη συγγραφικό της μικροσκόπιο τα βλέπει όλα απ’ την αρχή. 

     Το βιβλίο της δεν είναι μυθιστόρημα, ούτε αυτοβιογραφία.   Είναι ένα ιδιότυπο αφήγημα, ένας συνδυασμός ημερολογίου και απομνημονεύματος όπου δύο αφηγηματικές φωνές αλληλοδιαδέχονται και εναλλάσσονται περιγράφοντας την ίδια πάντα κατάσταση, το ίδιο γεγονός, κάτω από διαφορετική ωστόσο οπτική γωνία.      Η μια φωνή, εκείνη της έφηβης κόρης, προσαρμοσμένη στο ύφος της ηλικίας της, προβάλλει εν είδει ημερολογίου  ενώ η δεύτερη, της συγγραφέως-μητέρας-αφηγήτριας--άλλοτε ακολουθώντας και άλλοτε προπορευόμενη--συμπληρώνει, εμβαθύνει, εξομολογείται, αισθάνεται και περιγράφει το χρονικό της γένεσης της κινηματογραφικής Ιφιγένειας όπως το έζησε η ίδια.

     Ας δούμε όμως τα γεγονότα από την αρχή.  Πώς ξεκίνησαν όλα το καλοκαίρι του 1975 μέσα σε ένα αεροπλάνο.  Η δωδεκάχρονη Τατιάνα μαζί με το Δημήτρη τον αδελφό της και τη μητέρα της ταξιδεύουν με την Ολυμπιακή για Λονδίνο.   Όχι με την προγραμματισμένη πτήση τους.  Για λόγους που δεν ευθύνονται καθυστερούν μια μέρα.  Κι εδώ είναι που η θεά Τύχη παίζει το παιχνίδι της.  Μια καθυστέρηση,  μια σύμπτωση, μια μοιραία συνάντηση και η αθέατη «πόρτα» της παιδικής ηλικίας ανοίγει ξαφνικά.  Κι ενώ η μικρή Τατιάνα ταξιδεύει ανέμελη, το μέλλον, απέξω, καιροφυλαχτεί.  Γιατί  πίσω ακριβώς από τη θέση της μητέρας-Ηρώς κάθεται ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο οποίος της προσφέρει το στυλό του όταν το δικό της ξεφεύγει από τα χέρια της και χάνεται ανάμεσα στα καθίσματα.  Ας αφήσουμε όμως το ίδιο το κείμενο να περιγράψει τη συγκυρία.
      
     «Πήρα το στυλό, συμπλήρωσα κακήν κακώς ό,τι δεν είχα συμπληρώσει, κι ύστερα…του το επέστρεψα με όση περισσότερη ευγένεια μπορούσα ευχαριστώντας τον και πάλι…Τα παιδιά είναι δικά σας; Με ρώτησε χωρίς καμιά άλλη εισαγωγή.  Ξαφνιάστηκα.  Ναι, είπα.   Έχετε όμορφα παιδιά.  Ευχαριστώ, έκανα κι απότομα μου πέρασε από το μυαλό πώς κάπου τον ήξερα τον άνθρωπο, αλλά έλα που δε θυμόμουνα που και πως.  …Εκείνος με έβγαλε από τη δύσκολη θέση.  Είμαι ο Μιχάλης Κακογιάννης, μου είπε… Η κόρη σας...πόσο χρονών είναι;  ρώτησε.  Κοντεύει να κλείσει τα δώδεκα, είπα, αρκετά ξαφνιασμένη με την ερώτηση.  Τι τον ένοιαζε η ηλικία της Τατιάνας.  Ξέρετε, συνέχισε, θέλω να γυρίσω σε ταινία της Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη.  Χρόνια τώρα θέλω να τη γυρίσω αλλά με τη Χούντα στην Ελλάδα αυτό δε γινόταν, άλλωστε δεν μπορούσα καν να έρθω στην Ελλάδα.  Όμως μια ταινία σαν κι αυτή μόνο στην Ελλάδα μπορεί να γυριστεί, γι’ αυτό και περίμενα.  Τώρα είμαι σχεδόν έτοιμος.  Μόνο που ακόμα δεν βρήκα την Ιφιγένεια.  Κατά τη γνώμη μου όταν η Ιφιγένεια θυσιάστηκε ήταν μικρή, ένα μικρό αθώο κοριτσάκι ήταν.   Καμιά φτασμένη ηθοποιός δεν μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο… Θα είχατε αντίρρηση να δοκιμάσω την κόρη σας;  Το είπε τόσο φυσικά σαν να έλεγε «θέλετε ένα ποτήρι νερό;…Ορίστε;  μπόρεσα ν’ αρθρώσω… Σοβαρά μιλάει; αναρωτήθηκα.  Γύρισα και τον κοίταξα. …Και τότε κατάλαβα πως ο άνθρωπος μιλούσε πολύ σοβαρά κι ένα κύμα καυτό με περιέλουσε.  Μού φάνηκε πως το αεροπλάνο έπεφτε σε περιδίνηση, αλλά σε περιδίνηση είχε πέσει το μυαλό μου». 

     Είπε λοιπόν η Ηρώ το ναι με την προϋπόθεση να δεχτεί και η κόρη να δοκιμαστεί χωρίς να γνωρίζει ότι άλλα 150 κορίτσια της ίδιας περίπου ηλικίας δοκιμάζονταν παράλληλα.  Ο ρόλος, ύστερα από πολλές συναντήσεις με το σκηνοθέτη δόθηκε τελικά στην Τατιάνα. Στη συνέχεια, μέσα από την αφήγηση της μητέρας και την παράθεση του ημερολογίου που αποδίδεται μεν στην Τατιάνα αλλά ο αναγνώστης ξέρει ήδη από τον πρόλογο ότι όσο κι αν περιγράφει αληθινά γεγονότα , είναι προϊόν συγγραφικής επινόησης, παρακολουθούμε τις πρόβες, τους συντελεστές, τα δοκιμαστικά  κι έπειτα τα γυρίσματα.  Χαρακτηριστικές είναι οι περιγραφές του κινηματογραφικού πλατό στο 7ο κεφάλαιο, οι άγνωστες στο ευρύ κοινό πτυχές των γυρισμάτων, οι συνδέσεις των σκηνικών με την οικουμενικότητα του έργου.

     «Κάτω από ένα νταμάρι, πάνω από το στρατόπεδο με το όνομα ΚΕΒΟΠ , στην  πλαγιά του βουνού που υψώνεται πάνω από το Χαϊδάρι, σ’ ένα τοπίο άγριο κι ανελέητο,  που άστραφτε κάτασπρο από τη ξεραΐλα και το εκτυφλωτικό φως το ήλιου   στήθηκαν τα σκηνικά για το γύρισμα.   Εμπνευσμένα από τη δημιουργική φαντασία του Διονύση Φωτόπουλου,  ξεφεύγοντας  από τα τυπικά σκηνικά της αρχαίας τραγωδίας. εντελώς απέριττα και δεμένα απόλυτα με τη γη  έμοιαζαν να ανήκουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο και σ’ όλες της εποχές της ανθρωπότητας».    

     Από την αφήγηση δεν λείπουν βέβαια και οι περιγραφές των αστάθμητων παραγόντων και των απροόπτων που συχνά άλλαζαν την ροή των γυρισμάτων. Ενδεδυμένα με το γνωστό καλαίσθητο χιούμορ της Ηρώς συνιστούν μια ανάγνωση απολαυστική.  Κάπου γράφει.      «Στην απόλυτη άπνοια  της αρχαίας Αυλίδας δεν ανέμιζαν  ούτε τα ρούχα ούτε τα μαλλιά. Αυτό όμως δεν το καταλάβαινε το ξεροβόρι που κατέβαινε από την πλαγιά του βουνού,  αδιάφορο για τις ανάγκες του έργου.  Ήρθε φορά  που κρέμασαν ολόκληρες κοτρόνες  στα πέπλα των κοριτσιών για να μην ανεμίζουν και ξόδεψαν ολόκληρο μπουκάλι λακ  για να κατακαθίσουν τα ανεμοδαρμένα μαλλιά». 

     Και βέβαια υπήρχαν και τα κωμικά στιγμιότυπα.  Όπως η τσίχλα που μασούσε η φρουρά του Αγαμέμνονα ενώ συγχρόνως εκτελούσε ευσυνείδητα το ρόλο της.  Εκεί ήταν που ο Κακογιάννης έμπηγε φωνή.  «Φτύστε την τσίχλα!  Και οι τσίχλες έφευγαν ομαδικώς διασχίζοντας καμπύλες τροχιές σαν μικροσκοπικές χειροβομβίδες».
                      
     Ύστερα έπονται  τα  δυο  κορυφαία κεφάλαια του βιβλίου, εκείνα όπου η συγγραφέας βυθίζεται στα άδυτα του ευριπιδικού μύθου καθώς παρακολουθεί συγκλονισμένη τα γυρίσματα της θυσίας.  Εδώ, η έννοια της θυσίας, η οποία εμπεριέχεται διαχρονικά σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης είναι ολοφάνερη.  Όλες τελικά οι εποχές ζητούν θυσίες κι όσο αγνότερο το θυσίασμα τόσο μεγαλύτερη η προσωποποίηση των ανήμπορων και των αδύναμων ανά τον κόσμο.  Ολοφάνερη όμως είναι και η μεγάλη ανατροπή που επιτυγχάνει ο Ευριπίδης με το τελευταίο έργο της ζωής του και του οποίου το μήνυμα ο Κακογιάννης περνά στην οθόνη με περίσσια γνώση και πειστικότητα.  Γιατί στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι ο παραδοσιακός ηρωισμός, όπως τον ήθελε ο Όμηρος, δεν ανήκει στους πανίσχυρους άντρες στρατηγούς.  Δεν ανήκει ούτε στον Αγαμέμνονα ούτε στον άτρωτο Αχιλλέα.  Ανήκει σε γυναίκα, στην προκειμένη περίπτωση σ’ ένα αθώο κοριτσάκι, που δέχεται να θυσιαστεί για να μην ντροπιαστεί, για να διαφυλάξει την τιμή του.  Με   αυτήν την έννοια, η Ιφιγένεια καθίσταται η πρόγονος κάθε κλέους.  Είναι το πρώτο θύμα του πολέμου, η μεγαλύτερη ηρωίδα.  Δικό της είναι το άφθιτον κλέος.     

      Όλα δοσμένα σε σωστές δόσεις.    Οι περιγραφές, τα συναισθήματα, η συγκίνηση, ακόμη και το καλαίσθητο χιούμορ της Ηρώς Παπαμόσχου, που επεμβαίνει διακριτικά για να αποφορτίσει τις εντάσεις και να κρατήσει όπου χρειάζεται τις ισορροπίες.    
    
     Η αφήγηση συνεχίζεται ακολουθώντας τη διαδρομή του έργου από την Αθήνα στις Κάννες για το φεστιβάλ, την Ουάσινγκτον για την Παγκόσμια Πρεμιέρα και την Κύπρο.  Ή Ιφιγένεια του Ευριπίδη, όπως την οραματίστηκε και την αναδημιούργησε ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει βρει τη θέση που της αξίζει στις καρδιές των θεατών αλλά και στο κινηματογραφικό στερέωμα.  Έχει προταθεί για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το οποίο χάνει για μία μόνο ψήφο, έχει αποσπάσει ύμνους από τους κριτικούς, έχει ενθουσιάσει μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, ακόμη και τον Ευγένιο Ιονέσκο που γράφει στη Φιγκαρό  «ότι με τον Ευριπίδη ο Κακογιάννης φτάνει  στην κορυφή της τέχνης και της γνώσης του ανθρώπου».  Αποθεωτικές οι κριτικές για τους συντελεστές του έργου, ειδικά για την Ειρήνη Παππά που ενσάρκωσε την Κλυταιμνήστρα, τον Κώστα Καζάκο ως Αγαμέμνονα, αλλά και για την πρωτοεμφανιζόμενη, μη επαγγελματία ηθοποιό Τατιάνα Παπαμόσχου.  Ο κριτικός κινηματογράφου Γκέρυ Άρνολντ, σε άρθρο του στην Ουάσιγκτον Πόουστ, αφιερώνει δύο παραγράφους στην «απαστράπτουσα φυσικότητά» της Τατιάνας, την «απροσποίητη» ερμηνεία της, την ευγενική της παρουσία και επισημαίνει με βεβαιότητα ότι «ακόμη κι αν δεν παίξει ποτέ ξανά σε κινηματογραφική ταινία, πολύ δύσκολα θα ξεχάσει κανείς τη δραματικότητα των καλύτερων στιγμών της».  Είναι η στιγμή που η μικρή κι ανυποψίαστη Τατιάνα παίρνει τη θέση της Ιφιγένειας στα μάτια των ανά τον κόσμο θεατών της.  Το άφθιτον κλέος της ευριπιδικής ηρωίδας αυτόματα βρίσκει την όψη του στο πρόσωπό της.  Και η πατρίδα της την τιμά. Στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης  παίρνει το βραβείο του πρώτου Γυναικείου Ρόλου.

     Λάμψη και δόξα.  Η μητέρα αφηγήτρια δεδηλωμένα την απολαμβάνει,  η Τατιάνα όμως βρίσκεται σε σύγχυση.   Γι’ αυτήν,  το πέρασμα από την εφηβεία  στην ενηλικίωση  γίνεται επίπονο υπό  το βάρος δυο προσώπων, το δικό της και το κατασκευασμένο, εκείνο δηλαδή που είναι υποχρεωμένη να εμφανίζει προς τα έξω ως κινηματογραφική Ιφιγένεια.  Οι «απαιτήσεις» της δημόσιας εικόνας δημιουργούν εσωτερικές συγκρούσεις και στην προσπάθεια να επανακτήσει το βηματισμό της βρίσκει διέξοδο στην άρνηση.  «Να με αφήσετε ήσυχη», επαναλαμβάνει.      Πρόκειται, βέβαια, για μία άρνηση φυσιολογική. Μια άρνηση που η μητέρας της, πάνω στον ενθουσιασμό της για τις επιτυχίες του παιδιού της,  λάθος κατάλαβε και λάθος ερμήνευσε  και δεν την βοήθησε όπως έπρεπε  για να μπορέσει να  βρει τον βηματισμό της.   Γι’ αυτήν την παράληψη, την αδυναμία της αν θέλετε, απολογείται στο τέλος του βιβλίου. Ίσως να είναι κι ένας λόγος  που το έγραψε.  Και ξαναζώντας  όλα τα γεγονότα από την αρχή , μέσα από μια κατάθεση ψυχής , να την δικαιώσει.   
    
     Εν κατακλείδι, στο νέο της βιβλίο η Ηρώ Παπαμόσχου κατασκευάζει μια εν δυνάμει προσωπική μετα-ιστορία μέσα από την οποία, πρόσωπα, γεγονότα, συναισθήματα και καταστάσεις προβάλλουν ανάγλυφα και καθορίζουν εν πολλοίς τη σύμπλοκη πορεία της κεντρικής ηρωίδας και της αφηγήτριας μητέρας της με φόντο πάντα την κινηματογραφική Ιφιγένεια.  Το διάβασα με περίσσιο ενδιαφέρον, το ευχαριστήθηκα και εύχομαι από καρδιάς να είναι καλοτάξιδο.  

Σημ.  Οι δύο φωτογραφίες από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη δεν συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο.  Η ενσωμάτωσή τους στην παρουσίαση είναι αποκλειστικά δική μου επιλογή.   
                                                               

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Λευτέρης Χανθόπουλος: Την εποχή που ο ζωγράφος Βάλιας Σ. κατέβηκε από το βουνό

 

 

      Όταν η ποίηση πετύχει στο σημάδι --αφήνοντας για ώρα το βέλος της καρφωμένο πάνω στα συναισθήματα—δε θέλω να μιλάω.  Δε θέλω να λέω τίποτα σα να φοβάμαι μη  διώξω τη συγκίνηση που --αν κι ακαθόριστη-- ποτίζει την ατμόσφαιρά μου.  Διαβάζω αργά-αργά «Την  εποχή που ο ζωγράφος Βάλιας Σ. κατέβηκε από το βουνό» να ζωγραφίσει τη «μάνα» την ώρα περίπου που το παιδί της συναντούσε το ρωσοντυμένο λοχαγό πάνω στη γέφυρα του πράσινου Στρυμόνα με θιασώτη μονάκριβο εκείνου του συναπαντήματος της Αμφιπόλεως το λιοντάρι.   Ο θρύλος λέει πως ο γλύπτης του—σαν ανακάλυψε πως του ‘λειπε η γλώσσα—το πέταξε στο ποτάμι για να γλυτώσει τη ντροπή.  Σαν τ’ ανθρωπάκια—τα καμωμένα από μουλιασμένες πλαστελίνες—που τα χαλά ο αφηγητής.  Δυο γλύπτες δυστυχείς κι ένας ζωγράφος.  Η Στέλλα του ζωγράφου—σκυφτή--με το φουστάνι ανασηκωμένο και την ελιά να φαίνεται στον άσπρο πισινό της, αθάνατη.  Αθάνατος ωστόσο και ο λέων.  Ήθελε δεν ήθελε ο γλύπτης του--όχι που θα τον ρωτούσε η αρχαιολογία—καμαρώνει στα πισινά του ποδάρια ίσα με τις μέρες τις δικές  μας.  Κι ο άλλος γλύπτης;  Εκείνος που πέταξε τ’ ανθρωπάκια του πνιγμένος μες τις ενοχές που ούτε βροχή μα ούτε τ’ άτιμο το μαύρο κλάμα τις ξεπλένει… Πόσο μάς άγγιξε...  Σε μακρινά τοπία μας ταξίδεψε, στις πατρικές μορφές που έσβησαν, στο σπίτι με τις κάμαρες, την αναμμένη καντήλα στο εικονοστάσι και των γιαγιάδων μας τα λαβομάνα.  Κι ας μη συναντηθήκαμε ποτέ με το ρωσοντυμένο λοχαγό στη γέφυρα της ΜΟΜΑ.  Κι ας μην γνωρίσαμε το λέοντα παρά μονάχα μέσα στα βιβλία. 
     Είναι ο λόγος ο θαυματουργός που με το τέμπο του ποιήματος απογειώνει την αφήγηση μεταμορφώνοντάς την σε "γλυπτό", σε έργο μνήμης και τέχνης.  Λόγος νερένιος, πεντακάθαρος, από «βαθύ πηγάδι» αντλημένος.  Αφτιασίδωτος, αληθινός, χωρίς τη χρεία των σημείων στίξης, μα σταματώντας σπάνια σε μια τελεία μόνο ν’ ανασάνει.  Είπα πολλά κι ας μην το είχα πρόθεση.  Στέκω στη γέφυρα, στη Στέλλα, στη μάνα, τον πατέρα, τη γιαγιά και τους προγόνους, στο λέοντα που ασάλευτος κρατά την ιστορία.   Και στη βροχή, «την κατακόκκινη ψιλή βροχή» και στο άτιμο το μαύρο κλάμα.  Στα χέρια μου κρατώ τον αριθμό εκατόν πενήντα εννιά από τα εκατόν εξήντα τρία εκτός εμπορίου αριθμημένα με το χέρι αντίτυπα του ποιήματος, τυπωμένα σε χαρτί Φαμπριάνο και υπογεγραμμένα από το Λευτέρη Ξανθόπουλο.  Τον ποιητή, τον σκηνοθέτη, το δάσκαλο Λευτέρη Χανθόπουλο. 





Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Η Άγρια Δύση του Μιχάλη Μοδινού



Μιχάλης Μοδινός, Άγρια Δύση, μια ερωτική ιστορία, σελ. 448, Καστανιώτης 2013

    -----
    Όσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία του Μιχάλη Μοδινού θ’ αντιληφθούν ευθύς εξ αρχής, φαντάζομαι, ότι ο τίτλος που επέλεξε για το νέο του μυθιστόρημα είναι αν μη τι άλλο παραπλανητικός.  Άγρια Δύση:  μια ερωτική ιστορία.  Και λέμε «παραπλανητικός» γιατί ο πρώτος-πρώτος συνειρμός στο νου του ανυποψίαστου υποψήφιου αναγνώστη παραπέμπει σε μια ακόμη ιστορία τύπου γουέστερν, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος.  Μια ματιά στο οπισθόφυλλο, ένα βιαστικό φυλλομέτρημα, φτάνουν για να ξεκαθαρίσει το τοπίο.  Η Τερέζα ΜακΕλντόουνι, «μια Αμερικανίδα με μακρινή ελληνική καταγωγή, μεγαλώνει στη Μοντάνα της δεκαετίας του ’60.  Απομακρυσμένη ψυχικά από τον στρατιωτικό πατέρα της, ζει στο κλίμα της εποχής:  πολιτικός αναβρασμός, κοινωνικά κινήματα, περιπλάνηση στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.  Το καλοκαίρι της Μεταπολίτευσης, στο ταξίδι της ενηλικίωσής της, γνωρίζει στη Μήλο έναν Έλληνα συγγραφέα που θα τη σημαδέψει.  Οι δυο τους μπαίνουν σε μια σχέση που αντέχει στο χρόνο, σε μια πολυκύμαντη ιστορία που ανακλά συγκρούσεις κυριαρχίας και υποτέλειας, αφοσίωσης και ελευθερίας, φυγής και ριζώματος στον ίδιο τόπο».  Σ’ αυτόν τον τόπο, το Γκρέητ Φολλς της Μοντάνα—την επιτομή, αν θέλετε, της μυθικής Άγριας Δύσης—ξεκινά το ξετύλιγμα του μυθιστορηματικού μίτου και σ’ αυτόν καταλήγει. 

     Με τα μάτια στραμμένα στον τίτλο αλλά και το κεντρικό σκηνικό της ιστορίας, οι συνειρμοί αλληλοδιαδέχονται ο ένας τον άλλον κι αλληλοσυγκρούονται.  Οι συμβολισμοί του προσανατολισμού παρελαύνουν.  Ανατολή ίσον αρχή, Δύση ίσον τέλος.  Δύση ίσον πρόοδος και πολιτισμός, Ανατολή ίσον οπισθοδρόμηση και εσωστρέφεια.  Και η Άγρια Δύση, σε ποια κατηγορία εμπίπτει;  Μήπως θα έπρεπε να την αναζητήσουμε στην πυξίδα της ίδιας της Αμερικής;   Εκεί τα πράγματα είναι συγκεκριμένα.  Ο Βορράς δείχνει τη βιομηχανία, την τεχνολογική  ανάπτυξη, ο Νότος τη γεωργία και την οπισθοδρόμηση.  Η Ανατολή την παράδοση και τον πολιτισμό, η Δύση το ατίθασο και το ανεξερεύνητο.  Εκεί τοποθετείται και η  Άγρια Δύση, η περιοχή που εκτείνεται δυτικά του Μισισιπή μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό και τα καναδικά σύνορα, μοναδική ιστορία εξερεύνησης, επιβίωσης, επιμονής και κατάκτησης.  Η μυθική Άγρια Δύση, που μέσα από μάχες και συγκρούσεις, πολιτικούς συμβιβασμούς, θέσπιση νόμων και επιβολής τάξης, εκμετάλλευση ορυχείων, κατασκευές δρόμων, σιδηροδρόμων, προσφορά εργασίας σε μετανάστες, μετεξελίχθηκε στην κυρίαρχη δύναμη που ξέρουμε σήμερα ως Αμερική, επεκτάθηκε από τη μια ακτή στην άλλη και είδε να πραγματώνεται το δεδηλωμένο της πεπρωμένο (το περίφημο «Μanifest Destiny»).   Έχοντας τιθασεύσει την «αγριότητα» με όπλα την ισότητα, τη δημοκρατία, τις αξίες της ατομικότητας και την αυτοπεποίθηση τού ορθώς πράττειν, έχοντας «παραλάβει»— με βία τις περισσότερες φορές—τα τελευταία εδάφη γης των ιθαγενών, η αμερικανική πολιτική στράφηκε στην «εξαγωγή» των ιδεών της, άλλοτε εισπράττοντας τυφλή αποδοχή, άλλοτε αντίσταση και δυσαρέσκεια.  Στα μάτια της παλιάς και καχύποπτης Ανατολής, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα σύμφωνα με το μυθιστόρημα του Μοδινού, έγινε η «άγρια» απειλή, ο κοινώς λεγόμενος «μπαμπούλας», ο αντικαταστάτης αρχαίων εχθρών και απειλών. 

    Ας αφουγκραστούμε τον προφητικό λόγο της κεντρικής ηρωίδας κατά τη δεύτερη παραμονή της στην Ελλάδα το 1979 με την ιδιότητα της αναπτυξιακής εμπειρογνώμονος:  «Δεν πιστεύω να πιστεύεις στα σοβαρά, καλέ μου Έλληνα, εκείνο το αμίμητο ‘Ανήκομεν εις την Δύσιν’ του μεγάλου πολιτικού σας άνδρα...Εμένα η Ελλάδα με ενδιαφέρει γιατί ανήκει στις αρχέγονες κουλτούρες της Μέσης Ανατολής—το λίκνο του πολιτισμού.  Να, κοίτα, είπε δείχνοντάς έναν ταξιτζή να κατεβαίνει ανάποδα την Μπενάκη…Υπακούει σε αρχέγονα ένστικτα, οδηγεί με την ανεμελιά του πεζού…Μιλάει τη δική του πανάρχαια γλώσσα κι ας οδηγεί ένα μηχανοκίνητο όχημα που κατασκευάστηκε σε άλλα μήκη και πλάτη.  Αν μπείτε τελικά στην ΕΟΚ θα συγκρουστεί το εθιμικό σας δίκαιο με τις σύγχρονες γραφειοκρατικές δομές».   

    Λίγο αργότερα, στο ίδιο κεφάλαιο, η κεντρική ηρωίδα μεταφέρει με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο συγγραφέα-αφηγητή την άποψη της συνεργάτιδάς της από την Αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα, αλλά και την προφητική της σκέψη για το μέλλον της Ελλάδας, μια προφητεία που τελικά επαληθεύτηκε:  «Η γλώσσα του ρεμπέτικου αντιπροσωπεύει κατά τον καλύτερο τρόπο αυτό που σας ροκανίζει την ψυχή.  Το παράπονο για την κακούργα κοινωνία.  Ζείτε ακόμη υπό τη σκιά της Τουρκοκρατίας—για όλα φταίνε οι ξένοι…ταυτίζετε τον τουρκικό μπαμπούλα με την αμερικανική εξωτερική πολιτική…Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που άκρα Δεξιά και άκρα Αριστερά ταυτίζονται σ’ αυτά τα θέματα.  Ξένες συνωμοσίες και εσωτερικές προδοσίες.  Κακοφορμισμένος εθνικισμός πάνω στον οποίο επικάθεται κακοχωνευμένος μαρξισμός.  Το αποτέλεσμα φοβάμαι πως θα είναι ο συντεχνιακός λαϊκισμός.  Ο εκ του ασφαλούς συνδικαλισμός.  Ειλικρινά υποψιάζομαι, καλέ μου Έλληνα, ότι η μεταπολίτευσή σας θα καταλήξει σε ένα όργιο υλικών διεκδικήσεων με τελικό αποτέλεσμα το ξεπουπούλιασμα του κράτους, ίσως και τη χρεοκοπία».

    Αυτές οι συζητήσεις και μυριάδες άλλες πάνω στις σχέσεις Ελλάδας και Αμερικής όπως εισπράττονται εκατέρωθεν, αναλύσεις γύρω από το ψυχολογικό υπόβαθρο της τρομοκρατίας, ζητήματα διαπολιτισμικότητας, δημοκρατίας και εξουσίας, φύσης και πολιτισμού, ανάπτυξης και υπανάπτυξης, φυγής και ριζώματος, αλλά και μείζονα ιστορικο-πολιτικά γεγονότα, διατρέχουν τις σελίδες αυτού του επικού πολιτικού μυθιστορήματος δρόμου, που ξεκινά από τα Βραχώδη Όρη της Μοντάνα, διασχίζει τη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών, προχωρά στο Μεξικό, στη Γουατεμάλα, την Κούβα, περνά τον Ατλαντικό για να προσεγγίσει το Πακιστάν, τη Μέση Ανατολή, την Ελλάδα και την Ευρώπη και καταλήγει μισό περίπου αιώνα αργότερα στο ίδιο σημείο που ξεκίνησε, στο πατρογονικό ράντσο της κεντρικής ηρωίδας, στο Γκρέητ Φολλς της Μοντάνα.  Εκεί, ο συγγραφέας-αφηγητής θα επανασυνδεθεί με την ηρωίδα του και η αποκάλυψη ενός καλά κρυμμένου ιδιωτικού μυστικού θα κορυφώσει το αφηγηματικό τοπίο δίνοντάς του μια αίσθηση γαλήνιου ηλιοβασιλέματος μετά την καταιγίδα. 

   Αξιοποιώντας στοιχεία από τα ταξίδια και τις έρευνές του, βαθειά και δεδηλωμένα  επηρεασμένος από τον Φαξ Φρις, τον Αλέξις ντε Τοκεβίλλ, τον Έρνεστ Χέμινγουεη, τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, τον Ρίτσαρντ Φορντ και τον Ντον Ντελίλλο –ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται αυτοπροσώπως ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας— ο Μοδινός εντυπωσιάζει με τους καλά δομημένους χαρακτήρες του, τις λεπτομερείς, ανάγλυφες περιγραφές τόπων και τοπίων και τη σύνδεσή τους με την ίδια τη λογοτεχνία.  Κάθε τόπος και μια λογοτεχνική «στάση», ένας μεθυστικός διάλογος με τους ήρωες και τις σκέψεις μεγάλων στοχαστών και συγγραφέων που έζησαν ή έγραψαν γι αυτούς τους τόπους.  Ο Τζων Στάινμπεκ, ο Μάρκ Τουέην, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Νόρμαν Μέηλερ, η Ρέητσελ Κάρλσον, ο Τενεσί Γουίλιαμς, ο Πώλ Ώστερ, ο Χένρι Τζαίημς, ο Τζόζεφ Κόνραντ, ο Φροστ, ο Ο’Νήλ, ο Σάλιντζερ, για να ονομάσουμε μονάχα μερικούς.   Αφήγηση και λογοτεχνία σε συνεχή σύνδεση.  Ολάκερη σχεδόν η λογοτεχνική γνώση μαζεμένη και υπερ-συνδεδεμένη.  Μεθυστικό! 

    Και εδώ γεννάται το ερώτημα, που αν θυμάμαι καλά έχει τεθεί --με άλλα ίσως λόγια-- μέσα στο ίδιο το μυθιστόρημα. Μπορεί η λογοτεχνία—με όχημα τις λέξεις—να αποφανθεί για το βαθύτερο νόημα των πραγμάτων;  Μπορούν οι λογοτέχνες-συγγραφείς, μέσω της μυθοπλασίας, να συνθέσουν το παζλ της αλήθειας όταν οι δοκιμιογράφοι, οι ιστορικοί και οι πολιτικοί επιστήμονες απλά την ερευνούν;   Μπορεί, στην προκειμένη περίπτωση, να δει κανείς μέσα από το λογοτεχνικό καθρέφτη της Άγριας Δύσης, με άλλα λόγια της Αμερικής, όσα ο δικός του θαμπός καθρέφτης αδυνατεί ν’ αποκαλύψει;   Ίσως και να μπορεί, αν διαβάσει το βιβλίο.  Άλλωστε, η Άγρια Δύση, το Γκρέητ Φολλς της Μοντάνα--μαζί με την πλειάδα των καταπληκτικών χαρακτήρων που πλαισιώνουν το συγγραφέα-αφηγητή και την γοητευτική ιδεολόγο του Τερέζα ΜακΕλντόουνι--τι άλλο μπορεί να είναι παρά το αστραφτερό περιτύλιγμα, το περίτεχνο κουτί αν θέλετε, μέσα στο οποίο εγκιβωτίζεται—αριστοτεχνικά και καλαίσθητα—ανανεωμένη και αναβαπτισμένη-- ολόκληρη η διαλεκτική σκέψη ενός χαρισματικού, βαθειά σκεπτόμενου συγγραφέα και που μας την προσφέρει γλυκά και μυθιστορηματικά μέσα σε τετρακόσιες σαράντα οκτώ απολαυστικές σελίδες. 

Γεωργία Γαλανοπούλου, Ιούλιος 2013, αναδημοσίευση από το Diastixo.gr

 

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Αρχαία Μέλισσα



Γιώγια Σιώκου:  «Αρχαία Μέλισσα» 
Μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα:  Ντέιβιντ Κόνολι 
Εκδόσεις Τυπωθήτω

 

Εκατόν είκοσι συνολικά ποιήματα απαρτίζουν τη δίγλωσση αυτή συλλογή των εκατόν πενήντα πέντε σελίδων της «Αρχαίας Μέλισσας».   Εξήντα στολίδια της ελληνικής γλώσσας στοιχισμένα στις αριστερές σελίδες.  Απέναντί τους, στα δεξιά,  τα εξήντα αγγλικά τους δίδυμα, αντικριστά.  Δημιουργός και μεταφραστής σε πλήρη σύμπλευση.  Διπλή η απόλαυση του αναγνώστη που γνωρίζει να διαβάζει αισθαντικά  και στις δύο γλώσσες.   

Σύμβολο θέλησης και υπέρβασης η μέλισσα.  Γιατί αεροδυναμικά, τα μικροσκοπικά, αραχνοΰφαντα φτερά της, σε σύγκριση με το ευμέγεθες σώμα της, δεν δικαιολογούν πτητικές ικανότητες.  Όμως εκείνη, ενστικτωδώς, υπερπηδά το εμπόδιο της φυσικής της διάπλασης χάρη στη δύναμη της θέλησης,  την έμφυτη ανάγκη να πετάξει, ν’ αναζητήσει, να τρυγήσει το νέκταρ και ακάματα να εργαστεί στην κυψέλη της για να συνθέσει το μέλι.  Κάπως έτσι φαντάζομαι πως επιτελείται η ποιητική δημιουργία, αλλά και η μετάφραση της ποίησης, που με τη σειρά της καλείται ως άλλη μέλισσα να υπερκεράσει τους νόμους της αεροδυναμικής και με τα δικά της γοργοκίνητα φτερά να μεταφέρει ανέπαφα τα νοήματα και την ατμόσφαιρα του ποιητικού γίγνεσθαι πέρα από τα γλωσσικά του σύνορα. 

Από τις χρυσές μέλισσες ενός περίτεχνου ταφικού μακεδονικού διαδήματος δανείζεται τον τίτλο της ποιητικής της συλλογής η Γιώγια Σιώκου.  Ωσάν αρχαία μέλισσα η ποιητική της περσόνα, ανοίγει φτερά αχειροποίητα και ξεκινά το μεγάλο οικουμενικό της ταξίδι.  Στις «ρωγμές»  των σύγχρονων καιρών κοντοστέκεται.  Και αγωνιά καθώς τις πλησιάζει, καθώς τις αποκαλύπτει μία-μία, ψηλαφίζοντάς τες αισθαντικά με τις μικροσκοπικές τις κεραίες. 

Αγωνιά στη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης μοναξιάς, της φτώχειας και της εξαθλίωσης των ξεχασμένων όλου του κόσμου, των άστεγων, αλλά κυρίως των παιδιών, των λησμονημένων παιδιών της Αφρικής, της Καμπόζης, του Κοσόβου, του Βουκουρεστίου.

«Τρίζουν τα δέντρα της ερημιάς          The wasteland’s trees creak,
στο φέγγος λησμονημένων παιδιών      in the glow of forgotten children,
καθώς απόκοσμα βυθίζονται                as eerily they sink
σε βάραθρα υπονόμων.                        into the sewers’ abyss.

Ταπεινωμένα κουρνιάζουν                   Humbled they snuggle
σε καμπύλες υδρατμών                       in the vapour’s curves,
εισπνέουν κόλα κι ονειρεύονται           they sniff glue and dream
άγρια μύρτιλλα.                                  of wild myrtillo.
Μένα μονόξυλο του νου                   In a dugout of the mind
Το λυγμό των άστρων περιπλέουν        they circumnavigate the stars’ sobbing.»

Στα σκοτεινά υπόγεια του Βουκουρεστίου κατεβαίνουν οι ξεχασμένοι όλων των ειδών.  “Τεντώνουν τους ισχυρούς μυώνες/του στήθους τους/στη σκόνη της λήθης/και ταλαντεύονται/σ’ αιώνα άστεγο».   Άστεγοι γέροι, ναρκομανείς, μα προπαντός παιδιά.  Σύμφωνα  με έρευνες διεθνών οργανισμών, πολλοί πλούτισαν πρόσφατα στη Ρουμανία εμπορευόμενοι παιδιά.  Πιστεύεται ότι τα διέθεσαν σε κυκλώματα παιδικής πορνείας.  Ορισμένα τα συγκέντρωσαν οι αρχές σε καταφύγια, σε μικρούς ξενώνες, όπου βρίσκουν φροντίδα.  Ωστόσο, μεγάλο μέρος ζει στους υπονόμους ρουφώντας μέσα από σακούλες μια διαλυτική ουσία, την κόλα, ένα είδος ναρκωτικού που  προμηθεύονται φτηνά από τα χρωματοπωλεία. 

Σε ένα άλλο ποίημα, για να αναφέρουμε ακόμη ένα από τα πολλά της συλλογής με κεντρικό θέμα την παιδική εγκατάλειψη, τη φτώχεια και την εκμετάλλευση, ο μικρός Μπαζίλ, «ορφανός», από την «Ακτή της Σενεγάλης», δεν θα καταφέρει να περπατήσει «τα παραμυθένια μονοπάτια με τα βατόμουρα».  Οι άθλιες συνθήκες των μεταλλείων όπου είναι υποχρεωμένος να εργάζεται θα φέρουν τις επακόλουθες ασθένειες, τις αναπνευστικές λοιμώξεις, το άσμα, τη βρογχίτιδα, τη φυματίωση, τον αργό και αναπόφευκτο θάνατο. 

«Ο μικρός Μπαζίλ,                                          Little Bazil,
oρφανός,                                                         an orphan,
από την ακτή της Σενεγάλης,                           from the coast of Senegal,
στα πηχτά σκοτάδια                                        each dawn
αρχαίων ορυχείων                                           in the thick darkness
κάθε αυγή                                                        of ancient mines
απεγνωσμένα αποζητούσε                                despondently sought
παραμυθένια μονοπάτια με βατόμουρα.           fairytale footpaths with brambles.

Ώσπου ξεψύχησε                                            Till the sand dunes’ song
το τραγούδι των αμμόλοφων.                        expired.
Στις θίνες                                                       In the reeds
ο λυγμός πια, δεν τρικυμίζει.                          the sobbing no longer swells.»


Εμβριθής και βαθυστόχαστος ο μονόλογος της περσόνας-μέλισσας, απηχεί τα αλησμόνητα ριζοσπαστικά ποιήματα των μεγάλων ρομαντικών, του Γουίλιαμ Μπλέηκ και της Ελίζαμπεθ Μράουνιγκ με πρωταγωνιστές μικρούς εργάτες, τα παιδιά.   Ποιήματα με πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις, που όπως και αυτά της Γιώγιας Σιώκου, δεν απευθύνονται σε παιδιά, αλλά στοχεύουν μέσα από μια βουβή σχεδόν διαμαρτυρία να αφυπνίσουν τους ενήλικες και να τους προτρέξουν να συνειδητοποιήσουν πως η απόλυτη φτώχεια, η εξαθλίωση και η κοινωνική αδικία δεν συνάδουν με τα επιτεύγματα του πολιτισμού μας. 

Πετά υπερκόσμια, περιπλανιέται, παρατηρεί, επικάθεται και γονιμοποιεί η περσόνα-μέλισσα.  Κάθε της κίνηση και ένα ποίημα, μια συγκεκριμένη απεικόνιση της αμφίδρομης σχέσης της ποιήτριας με τον άνθρωπο, τη φύση που δεινοπαθεί από τους ρύπους, τις φωτιές και την κλιματική αλλαγή, αλλά και τα ίδια της τα συναισθήματα. 

Στο ποίημα «Μια Ηλιακτίδα»,  η διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, ως απεικόνιση της αγωνίας για την τύχη του φυσικού περιβάλλοντος, σκιαγραφείται με τρόπο αποκαλυπτικό.

«Μια ηλιαχτίδα από μακρινό γαλαξία                         A sunray from a distant galaxy
γκρεμίστηκε                                                                  fell
στα ερειπωμένα τείχη της Φορτέτσας.                          upon the Fortetsa’s ruined walls.

Από τότε την υφαίνω μεαρινούς γυρεόκοκκους         Εver since Ive been weaving it with spring pollen,
απειλούμενα φυτά, οστρακόδερμα συναίνεσης,           endangered plants, consents shellfish,
αίμα στυφό                                                               blood acrid
από την απελευθέρωση του μεθανίου,                        from the release of methane,
καθώς λιώνουν αιώνιοι πάγοι                                    as ancient glaciers melt
και πολικές αρκούδες χάνονται στο σέλας.                  and polar bears vanish into the northern lights.
Με κόκκινες κλωστές ουτοπίας και αυταπάρνησης       With red threads of utopia and self-denial
γαλαξίες με νεφέλες συνδέω,                                       I link galaxies with clouds
και ρίχνω στο στημόνι.                                              and cast the warp

Όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής, απεικονίζουν-- αφαιρετικά και με υπερρεαλιστική διάθεση-- αδιαμφισβήτητες «ρωγμές» των ημερών μας.  Λέξεις κλειδιά, επιλεγμένες με περίσσιο συναίσθημα, συνθέτουν μικρούς, βαθυστόχαστους στίχους, που σαν μικροσκοπικά, λιλιπούτεια βέλη, στοχεύουν και εκτοξεύονται με κατεύθυνση τις συνειδήσεις, την αδράνεια των προηγμένων πολιτισμών να σταθούν και να «θεραπεύσουν» τις μεγάλες πληγές της ανθρωπότητας και του πλανήτη. 

«Και ανατινάξαμε τους κοραλλιογενείς υφάλους          And we blew up the coral reefs.

Σπάσαμε τα φωνήεντα                                                We smashed the vowels
και ερμηνεύσαμε τις ραψωδίες με σύμφωνα.                 and with consonants interpreted the rhapsodies.
Ταπεινώσαμε το μεγαλείο της απλότητας.                   We humbled simplicitys grandeur.

Στενάζει ο στίχος, αγωνιά και βουβά διαμαρτύρεται για το αύριο που θα ξημερώσει, τις γενιές των παιδιών που μέλλουν να θυσιαστούν στο βωμό της ανεύθυνης και ανεξέλεγκτης ανάπτυξης, της ανάπτυξης χωρίς όρια και κανόνες.

«Ώσπου κροτάλισε η σιωπή                                         Till there thundered the silence
απεμπλουτισμένου ουρανίου.                                       of enriched uranium.

Στο βωμό της Αυλίδας                                                On Auliss altar
Αγαμέμνονες θυσιάζουν απογόνους.                            Agamemnons sacrifice descendants

Έτσι, βαθύτατα πληγωμένη, άστεγη —χωρίς κυψέλη— η αρχαία μέλισσα βυθίζεται στους οικείους δαιδάλους της παλαιότερης και νεώτερης ιστορικής μνήμης, κοντοστέκεται στα νησιά του Αιγαίου πελάγους, την πατρική της Κρήτη, την Ήπειρο, το Λαύριο και καταλήγει στην Αθήνα.  Εκεί, στην Αθήνα, θ’ αναζητήσει σκέπη κάτω από τον ουράνιο θόλο του Παρθενώνα και ακινητοποιώντας το χρόνο θα συνθέσει με φως το σκηνικό της ποιητικής της εξόδου. 

Ο Ρόμπερτ Φρόστ, ο μεγάλος αμερικανός ποιητής, είχε πει πως η ποίηση χάνεται με τη μετάφραση.    Χρόνια τώρα με στοιχειώνει αυτή του η ρήση καθώς αναλογίζομαι ότι χωρίς την τέχνη της μετάφρασης, η παγκόσμια ποίηση θα ήταν καθηλωμένη στα γεωγραφικά, πολιτισμικά και γλωσσικά της όρια.   Το ζητούμενο στη μετάφραση της ποίησης δεν είναι η δημιουργία ενός ακριβούς αντίγραφου.  Άλλωστε, η απόλυτη μίμηση, η μίμηση των φθόγγων, των ήχων, των παρηχήσεων, του ρυθμού και των σχημάτων λόγου, είναι αδύνατη.  Το ζητούμενο είναι να κατέχει ο ποιητής μεταφραστής, εκτός από τη γλώσσα, την τέχνη της αποκάλυψης.  Να μπορεί, με απλά λόγια, να μετατρέπει το άγνωστο σε οικείο, να το αποκαλύπτει και να του δίνει φτερά να ταξιδέψει πέρα από τη χώρα που γεννήθηκε.  Ο Νταίηβιντ Κόνολι την κατέχει καλά αυτήν την τέχνη.  Και όπως ολόκληρο το μεταφραστικό του έργο, έτσι και η «Αρχαία Μέλισσα» δεν χάνεται ούτε στιγμή στη μετάφρασή του.  Αντίθετα μάλιστα.  Αποκαλύπτεται σε όλη της τη διάσταση και ως Ancient Bee πετά με τα δικά της φτερά τα αχειροποίητα και σκορπίζει τα μηνύματά της πέρα από την περιορισμένη επικράτεια της ελληνικής γλώσσας.  Για την μεγάλη του προσφορά στην σύγχρονη και νεώτερη ελληνική ποίηση μέσα από τις αισθαντικές του μεταφράσεις, εμείς οι Έλληνες από καρδιάς τον ευχαριστούμε. 


Ένας έφηβος χειμώνας



Βησσαρία Ζορμπά-Ραμμοπούλου,  "Σελίδες ενός έφηβου χειμώνα", Πατάκης 2012

  
     Με πλούσιο φιλολογικό υλικό και άρτιο λογοτεχνικό λόγο στο συγγραφικό της οπλοστάσιο, η Βησσαρία Ζορμπά-Ραμμοπούλου υφαίνει ένα φιλόδοξο νεανικό μυθιστόρημα με άξονα την τραγική ειρωνεία, όπως αυτή ορίζεται στην αρχαία τραγωδία.   Η υπόθεση εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς συνθέτοντας το περιβάλλον μέσα στο οποίο η κεντρική ηρωίδα, ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι που βιώνει το πένθος της ξαφνικής απώλειας του πατέρα της, αναζητά διεξόδους και τρόπους αυτοπροσδιορισμού.
Στο βαρύ «προσωπικό» πένθος του κοριτσιού προστίθενται και οι επακόλουθες ανακατατάξεις, οι οικονομικές δυσκολίες, η μετακόμιση της οικογένειας στο πατρικό τής μητέρας στην επαρχία, ο νέος σχολικός περίγυρος, το ατύχημα του αδελφού, τα οικογενειακά μυστικά, που ένα-ένα ξετυλίγονται και αποκαλύπτονται, ο έρωτας, που ενώ φαίνεται να προβάλλει ιδανικός καθίσταται απρόσιτος και ανεκπλήρωτος.   Αδυνατώντας να προσαρμοστεί στις νέες και δύσκολες αυτές συνθήκες,  η ηρωίδα καταφεύγει σ’ έναν ιδιότυπο ψυχικό αυτό-εγκλεισμό με μοναδικό τρόπο έκφρασης –αλλά και λύτρωσης—την ποίηση και την ποιητική δημιουργία.   

     «Ο πατέρας, θυμάμαι, αγαπούσε υπερβολικά το φθινόπωρο.  Ο σταθερός και ήρεμος χαρακτήρας του προτιμούσε τις ήσυχες ομορφιές αυτής της εποχής από τις ακρότητες του καλοκαιριού και του χειμώνα, από την επιπόλαιη μεταβλητότητα της άνοιξης.  Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός για να φτάσω στην ήρεμη παραδοχή πως είχε δίκιο.  Όσα ακολούθησαν το χαμό του οδήγησαν πολλές φορές την καρδιά μου στα όρια του καύσωνα και άλλες τόσες την έκαναν να παγώσει μέχρι θανάτου».

     Η συγγραφέας, επιλέγοντας την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης,  αναδεικνύει με εξπρεσιονιστική διάθεση το «προσωπικό εσωτερικό τοπίο» της κεντρικής ηρωίδας-αφηγήτριας και μέσα από τη δική της οπτική γωνία δημιουργεί τα  πορτραίτα των χαρακτήρων που απαρτίζουν τη μυθιστορηματική της πινακοθήκη.   Η ηγεμονική γιαγιά από την οικογένεια της μητέρας και το άκρο αντίθετό της από την οικογένεια του πατέρα.   Η κοινωνική και ευπροσάρμοστη αδελφή σε αντίθεση με την κεντρική ηρωίδα.  Η εκκεντρική θεία Νίνα και ο καλόκαρδος καλλιτέχνης σύζυγός της.  Ο γοητευτικός καθηγητής και η ομάδα των συμμαθητών, που τόσο διαφέρουν μεταξύ τους.   Η μητέρα Ισμήνη και η γυναίκα μυστήριο που αφήνει λουλούδια στο μνήμα του πατέρα.  Εμβληματικό μοτίβο του μυθιστορήματος η έφηβη αρχαία Αντιγόνη και η δύναμη των σοφόκλειων στίχων μέσα από τους οποίους η κεντρική ηρωίδα ανιχνεύει τους δαιδάλους της επώδυνης εφηβείας της και φωτίζοντάς τους βρίσκει την άκρη του μίτου, την έξοδο προς την ενηλικίωση. 

     Το κείμενο διανθίζεται από καλαίσθητα ποιητικά ιντερμέδια, στίχους τραγουδιών, εδάφια από το έργο του Σοφοκλή, φιλολογικές αναζητήσεις και φιλοσοφικά, μερικές φορές ρητορικά, ερωτήματα.   Δυνατά του σημεία η πλειάδα των υπέροχων, ολοκληρωμένων χαρακτήρων, οι αντιθέσεις, οι ανατροπές, η τραγική ειρωνεία, η αλήθεια που είναι σε όλους ολοφάνερη εκτός από την κεντρική ηρωίδα, που την αποδέχεται, ως ένα είδος κάθαρσης, μόνο στις τελευταίες σελίδες.   Ένα χορταστικό μυθιστόρημα που αναδεικνύει την θεραπευτική δύναμη της ποίησης και της ποιητικής δημιουργίας κάτω από συνθήκες δύσκολες, περίπλοκες και επώδυνες.   Έχοντας διαβάσει το υπέροχο «Κρυμμένο Εργοστάσιο των Παιχνιδιών» της κ. Ζορμπά-Ραμμοπούλου, που πραγματεύεται το θέμα της παιδικής εργασίας σε εργοστάσια παιγνιδιών στην Κίνα, τοποθέτησα ψηλά τον πήχη ευθύς εξαρχής.  Και δεν απογοητεύτηκα.