e.e. cummings: Advice to a young poet

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών στο Μιχάλη Μοδινό



Με το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη τίμησε η Ακαδημία Αθηνών τον περιβαλλοντολόγο και συγγραφέα Μιχάλη Μοδινό για το μυθιστόρημά του «Επιστροφή» (Καστανιώτης 2009).    


Ένα οξυδερκές και στοχαστικό μυθιστόρημα δουλεμένο ψιλοβελονιά, η Επιστροφή εστιάζει πάνω στην ταυτότητα, στη μνήμη και στις ιδιαιτερότητες των τόπων και των ανθρώπων τους.  Ένας βετεράνος αρχαιολόγος επιστρέφει στο προγονικό του σπίτι στο Πήλιο, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του κατά τη δεκαετία του ’50.   Διωκόμενος από τις αρχές, επιχειρεί ν’ ανασυνθέσει τα αίτια που τον κατέστησαν αποδιοπομπαίο τράγο.  Έτσι, ανασκάπτει τα ερείπια της ζωής του, φέρνοντας ταυτόχρονα στο φως και τα ερείπια της πρόσφατης νεοελληνικής ιστορίας.  Μέσα από την επιστροφή του στο παρελθόν και στα πατρογονικά εδάφη, ο ήρωας βιώνει τελικά την ανθρώπινη περιπέτεια ως την τελική λύτρωση.  Έτσι, η Ιθάκη, περισσότερο και από εστία, γίνεται το ορμητήριο ενός νέου ταξιδιού. 

Θερμά συγχαρητήρια στο Μιχάλη γι αυτή τη σπουδαία διάκριση.  Ευχόμαστε ολόψυχα καλή τύχη και στο αριστούργημά του  «Η Σχεδία» (Καστανιώτης 2011), με την παρουσίαση του οποίου εγκαινιάσαμε το ταπεινό μας blog. 

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Μάγοι και θαύματα



Η μαγευτικότερη ίσως χριστουγεννιάτικη ιστορία  είναι εκείνη του Τέταρτου Μάγου, το αριστούργημα του Αμερικανού Χένρυ Βαν Ντάικ (1852-1933), που με τολμηρή πρωτοτυπία εισάγει στη γνωστή από τη Βίβλο ιστορία των Μάγων έναν τέταρτο Μάγο, τον Αρταβάν.  Η υπέροχη αυτή ιστορία αλτρουϊσμού είναι πασίγνωστη πια  μέσα από τις μυριάδες εκδόσεις, διασκευές και μεταφράσεις της τελευταίας εικοσαετίας.  Ο vεαρός Αρταβάv ξεκινά από τηv πατρίδα του τα Εκβάταvα για να συναντήσει το Γασπάρ, το Μελχιόρ και το Βαλτάζαρ, ώστε μαζί v’ ακoλoυθήσoυv το καινούργιο αστέρι που θα τους οδηγούσε στο vεoγέvvητo βασιλιά. Αλλά o Αρταβάv, που συναντά στον δρόμο του έναν ετoιμoθάvατo και κοντοστέκεται vα τov βοηθήσει, φτάνει στov τόπο της συvάvτησης αργoπoρημέvoς και οι άλλοι μάγοι έχoυv φύγει.  Μόνος του πια,  συvεχίζει για τη Βηθλεέμ αλλά αναγκάζεται  να καθυστερήσει ξανά όταv σταματά για vα σώσει το μωρό μιας Εβραιοπούλας από τους στρατιώτες του Ηρώδη πρoσφέρovτάς τους για αvτάλλαγμα μέρος του θησαυρού που προοριζόταν για το νεογέννητο θείο βρέφος. Ο Αρταβάv αφιέρωσε τηv υπόλοιπη ζωή του στηv αvαζήτηση του Βασιλέα τωv Βασιλέωv.  Μoλovότι δεv μπόρεσε vα τov βρει για vα τov πρoσκυvήσει, βρήκε στον δρόμο του πολλούς αvθρώπoυς vα βοηθήσει. Έδωσε τροφή στους πεινασμένους, θεράπευσε ασθενείς, παρηγόρησε φυλακισμένους.   Κάθε του πράξη κι ένα προσκύνημα στον ίδιο το Χριστό.  
Μέσα Δεκέμβρη του 1984 και ένα κορίτσι που σπούδαζε στο Λος Άντζελες,  δεχόταν ένα ανεκτίμητο δώρο από το μεγαλύτερο όνομα του πανεπιστημίου της εκείνη την εποχή.  Το δώρο δεν ήταν άλλο από την « Ιστορία του Τέταρτου Μάγου» του Χένρυ  Βαν Ντάικ.  Ο δωρητής, ο οποίος υπέγραφε και την εισαγωγή του βιβλίου, ήταν ο Λίο Μπουσκάλια.    Το κορίτσι διάβασε το βιβλίο εν μία νυκτί μπαίνοντας για πρώτη φορά στο πραγματικό πνεύμα των Χριστουγέννων.   Την επόμενη χρονιά το ξαναδιάβασε κι έτσι έκανε και τη μεθεπόμενη ώσπου πέρασαν τα χρόνια, το κορίτσι απέκτησε οικογένεια, έγιναν μετακομίσεις, χάθηκε το βιβλίο.  Μάταια  το αναζήτησε στα ράφια τής βιβλιοθήκης, στα συρτάρια, στα πιο απίθανα σημεία του σπιτιού.  Πέρασαν αρκετά χρόνια χωρίς την Ιστορία του Τέταρτου Μάγου να μονοπωλεί την καθιερωμένη Χριστουγεννιάτικη ανάγνωση της Παραμονής.  Αντ’ αυτής μια άλλη αγαπημένη ιστορία, που δεν ήταν φυσικά άλλη από εκείνη του Ντίκενς, η πολύ γνωστή, ας μη μακρηγορούμε.  Ύστερα, το 1998, οι εκδόσεις Πατάκη έφεραν στην Ελλάδα μέσα από μία έκδοση κόσμημα την εξαιρετική διασκευή της Σούζαν Σάμμερς «Το Μεγαλύτερο Δώρο:  Η Ιστορία του Τέταρτου Μάγου».   Για τα επόμενο δέκα χρόνια, η όμορφη αυτή έκδοση έβγαινε από τη βιβλιοθήκη από την πρώτη κιόλας εβδομάδα του Δεκέμβρη περιμένοντας να διαβαστεί ξανά και ξανά μέχρι το βράδυ της παραμονής.   Πριν δύο χρόνια, όμως, χάθηκε κι αυτή παίρνοντας μαζί της και την τελετουργία της ανάγνωσης την παραμονή των Χριστουγέννων.   

Τα φετινά Χριστούγεννα, το κορίτσι (που τώρα δεν είναι πια κορίτσι μιας κι έχει διαβεί το ήμισυ ενός αιώνα)  αναζήτησε νοερά την έκδοση εκείνη του Βαν Ντάικ με την εισαγωγή του Μπουσκάλια.  Θυμήθηκε το εξώφυλλό της, το σχόλιο του συγγραφέα στην αρχή να λέει ότι η ιστορία "τού εδόθη", πως ήταν ένα δώρο κι ότι του φάνηκε πως ήξερε το Δωρητή της.   Μ' αυτή τη σκέψη πέρασαν τα Χριστούγεννα.  Και με την πρώτη εργάσιμη της εβδομάδας, ένας κίτρινος φάκελος στο χερούλι της εξώπορτας ίσα που αφήνει να φανεί, ξεθωριασμένη, τη διεύθυνση του αποστολέα.  Sunset Senior Living, Los Angeles, California.  Το κορίτσι ανοίγει το φάκελο με ανυπομονησία.  Και ιδού:  "The Story of the Other Wise Man" του   Henry Van Dyke!
Με ανυπομονησία ανοίγει και το διπλωμένο σημείωμα που συνοδεύει το βιβλίο.   «Η  Ελεονόρα Κάρπεντερ», γράφει το σημείωμα, «απεβίωσε πλήρης ημερών.  Σας εσωκλείουμε, με δική της εντολή, ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία τής προσωπικής της βιβλιοθήκης μαζί με την αγάπη της.  Πρόκειται για την Ιστορία του Τέταρτου Μάγου, έκδοση του 1984 με το  Λίο Μπουσκάλια να υπογράφει την εισαγωγή».    

Το κορίτσι, που δεν είναι πια κορίτσι, σφίγγει το βιβλίο στο μέρος της καρδιάς.   Το σφίγγει δυνατά.  Και όση ώρα σκέφτεται την Ελεονόρα Κάρπεντερ την αγαπημένη, συνειδητοποιεί ότι σήμερα, πολύ περισσότερο από τότε, πιστεύει όχι μόνο στη μαγεία των Χριστουγέννων αλλά και στα θαύματα, θαύματα φωλιασμένα σε βιβλία! 

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Φεύγοντας...



Κώστια Κοντολέων
Φεύγω
Εκδόσεις Ψυχογιός 2011
σελ. 184

Την Κώστια Κοντολέων την έχω θαυμάσει αμέτρητες φορές για τις αψεγάδιαστες λογοτεχνικές της μεταφράσεις (που έχουν περάσει πια τη μισή εκατοντάδα) αλλά και για τα δικά της τα έργα, τα αξιοσημείωτα και τα αξέχαστα.  «Τα  χρόνια του Δράκου» και «Το Κίτρινο Φουστάνι», αφηγήματα με ξεχωριστή προσωπικότητα.   «Το Χάρτινο Σπέρμα», τόσο λιτό και σύνθετο συνάμα μυθιστόρημα.  Το «Σιγανά Σιγανά Πατώ στη Γη», αριστοτεχνικά υφασμένα διηγήματα με μια αέρινη, αχειροποίητη σχεδόν γραφή.  Γραφή γεμάτη δύναμη, μαγική και αξέχαστη.  Και που προβάλλει πάλι ενήλικη και μεστή μέσα από το νεότευκτό της «Φεύγω».  Παραδίνομαι λοιπόν ξανά στη δύναμη του γραπτού της λόγου, παρασύρομαι από τα ρεύματα των εσωτερικών μονολόγων της κεντρικής της ηρωίδας, κλυδωνίζομαι στη δίνη των εσωτερικών της συγκρούσεων, των αντιθέσεων, των αναβολών και των αμφιταλαντεύσεών της.   Ψηλαφίζω τις αιχμές του ψυχογραφικού της διαγράμματος καθώς βυθίζομαι στους δαιδάλους της πολυσύνθετης συνείδησής της.   Και μόνο στην αρχή του προτελευταίου κεφαλαίου, εκεί που η παράθεση της ρήσης του Ντύρερ –ως μότο-- προετοιμάζει την κορύφωση και την έξοδο, αναδύομαι ν’ αναπνεύσω και ν’ αφουγκραστώ την «κραυγή»  που αφήνει πίσω της η αναπόφευκτη σύγκρουση του δίπολου «έρως- θάνατος», η μετουσίωσή του σε  έργο τέχνης.
Το μοτίβο της φυγής είναι τόσο παλιό, έχει σχεδόν την ηλικία της ίδιας της λογοτεχνίας.  Όμως, αυτή εδώ η φυγή της Ρόζας --και του Φλάβιου Κομνηνού-- μέσα από το νέο βιβλίο της Κώστιας Κοντολέων έχει το δικό της  χαρακτήρα.  Ξεχωρίζει όχι τόσο γιατί η έκβασή της διαφέρει και εκπλήσσει, αλλά γιατί μέσα από μία αφηγηματική ατμόσφαιρα που θυμίζει τεχνικές ιμπρεσιονιστών ζωγράφων αφήνει περιθώρια στον αναγνώστη να ερμηνεύσει πέρα από τα όρια του αφηγήματος.  Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στα δύο τελευταία κεφάλαια της νουβέλας είναι η επιστράτευση της τεχνικής του «progression deffet», δηλαδή η επιτάχυνση της αφηγηματικής ροής, η συμπύκνωση της εναλλασσόμενης αφήγησης, η κορύφωση της οικονομίας του λόγου, ή αύξηση των νοηματικών ελλειμμάτων.  Όλα αυτά, πιστεύω, για χάρη του αναγνώστη.  Του αναγνώστη που καλείται «να δει» και «να ακούσει» ο ίδιος μέσα από τη δύναμη της λέξης.  Και που αν θέλετε καλείται να δώσει τη δική του ερμηνεία στην τελική σπαραχτική προφορά του ρήματος  «φεύγω» από την  ηρωίδα.  «Φεύγω», που μπορεί να σημαίνει «αποχωρώ»,  «απομακρύνομαι», «χάνομαι», «λυτρώνομαι», «πεθαίνω», αλλά και «μένω για πάντα» μέσα από την πιο ακραία και ιδιότυπη μετουσίωση σε έργο τέχνης. 

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Ανίσχυρη Νεότητα




Μάνος Κοντολέων
Ανίσχυρος Άγγελος
Εκδόσεις Πατάκη 2010
Σελ. 129
8.00 Ευρώ


Ο Μάνος Κοντολέων, ένας από τους πιο γόνιμους και πολυβραβευμένους Έλληνες συγγραφείς, μάς έχει δώσει μέχρι τώρα τουλάχιστον επτά μυθιστορήματα, εννέα βιβλία για εφήβους και σίγουρα πάνω από τριάντα βιβλία για παιδιά.  Επίσης, έχει γράψει διηγήματα, θέατρο, δοκίμια και κριτικά σημειώματα.  Ο ίδιος λέει ότι όταν είναι χαρούμενος, γράφει για παιδιά.  Όταν επαναστατεί, γράφει για τους εφήβους.  Όταν φοβάται, τότε είναι που γράφει για τους ενήλικες.  Κι όμως τελικά… Τίποτε από εκείνον δε φαίνεται. (βλ. ιστοσελίδα www.kontoleon.gr).  Φέτος, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το βιβλίο του «Πολύτιμα Δώρα», ένα βιβλίο που αν και προορίζεται για παιδιά είναι εξ ίσου πολύτιμο και για εκείνους τους ενήλικες που αγαπούν τους θρύλους και τη φαντασία και πιστεύουν στον έρωτα και στην αγάπη.

Ο «Ανίσχυρος Άγγελος» τιμήθηκε με το βραβείο του Ελληνικού τμήματος ΙΒΒΥ 2010  στην κατηγορία του εφηβικού μυθιστορήματος.  Το βιβλίο ξεχώρισε για την αριστουργηματική αφηγηματική τεχνική του, την άρτια πλοκή, την αρραγή και περιεκτική δομή του, τους ολοκληρωμένους χαρακτήρες του, την αψεγάδιαστη και πανίσχυρη γλώσσα του.    Με αφετηρία το τραγικό γεγονός της δολοφονίας ενός παιδιού από αστυνομικό στα Εξάρχεια το Δεκέμβρη του 2008 και την εξέγερση της νεολαίας που ακολούθησε,  ο Κοντολέων στήνει το μυθιστορηματικό του σκηνικό και πλάθοντας εκ του μηδενός την πλειοψηφία των χαρακτήρων του επιτυγχάνει, βήμα-βήμα, να διεισδύσει στον κόσμο τους και να αιφνιδιάσει αποκαλύπτοντάς τον.   Θέμα εξαιρετικά ευαίσθητο, δυσπρόσιτο και συγγραφικά ριψοκίνδυνο.  Όταν όμως ένας έμπειρος συγγραφέας επιχειρεί να προσεγγίσει ένα συμβάν τόσο τραγικό και να κατασκευάσει μία άλλη ιστορία πατώντας στη βάση του, το αποτέλεσμα αποφέρει ένα λογοτεχνικό έργο εξαιρετικής δύναμης. Με κεντρική ηρωίδα την έφηβη κόρη του αστυνομικού-- ένα πρόσωπο συγγραφικής έμπνευσης-- ν’ αναζητά απεγνωσμένα τη θέση της ανάμεσα στους δύο κόσμους της που αλληλοσυγκρούονται, και πρωτίστως με την επινόηση του πανταχού παρόντος συμπαραστάτη Άγγελου αφηγητή, το μυθιστόρημα αποκτά ξεχωριστό ειδικό βάρος καθώς βαδίζει ολοταχώς για να συναντήσει το γρίφο της ανθρώπινης συνθήκης που λέγεται χρέος, ηθική υποχρέωση, ατομική ευθύνη.

Ως εμβληματικό μοτίβο στις σελίδες αυτού του βαθύτατα στοχαστικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος, προβάλλει η παρουσία του ανίσχυρου Άγγελου.  Η ματιά του, περισκοπική και συνάμα ενδοσκοπική,  κινείται ανάλαφρα ανάμεσα στις σφαίρες φυσικού και μεταφυσικού χωρίς ωστόσο να ξεφεύγει στιγμή από την απτή πραγματικότητα.   

«Δεν είμαστε λίγοι, αλλά μπροστά στο πλήθος που είστε εσείς, τότε εμείς ως  ελάχιστοι μετράμε…
     Εμείς – οι άγγελοι.
     Εσείς – οι άνθρωποι.
     Ένας, λοιπόν, από τους λίγους κι εγώ, κυκλοφορώ ανάμεσά σας.  Σπάνια συναντώ άλλους αγγέλους.  Άλλωστε εμείς δε χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον.  Οι άγγελοι δε χρειάζονται συμπαράσταση, συμβουλή, προστασία.  Αυτά είναι που προσφέρουν σε σας.  Συνήθως – εννοώ όταν μπορούν.
     Γιατί δεν είμαστε παντοδύναμοι… Αθάνατοι, ναι.  Αλλά υπάρχουν φορές που θα θυσίαζα την αθανασία μου για μια στιγμή παντοδυναμίας…
 … Κυκλοφορούμε, λοιπόν, ανάμεσά σας.  Κυκλοφορώ… Σήμερα εδώ, αύριο αλλού.  Σε πλατείες, σε αεροδρόμια, σε σταθμούς των τρένων, μέσα στα υπεραστικά λεωφορεία, σε νοσοκομεία, διασχίζω τις διαβάσεις των πεζών…Δίπλα σας και πέρα από σας…Σε γραφεία, πίσω από τους πάγκους των καταστημάτων, δίπλα σε μαθητές στα θρανία τους…Κι εκεί που δίνουν ραντεβού τα ζευγαράκια για να φιληθούνε, εκεί που τυχαίνει να βρίσκονται όταν θα χωρίσουν. 
…   Συχνά φροντίζω να είμαι δίπλα στο Θάνατο… Ναι, είμαι σίγουρος πως πιστεύετε πως σε κάτι τέτοιες στιγμές πρέπει να έχετε περισσότερο ανάγκη την παρουσία μου.  Και εννοείται, ασφαλώς, τις στιγμές που κλαίτε για τον θάνατο κάποιου άλλου.  Αλλά κάνετε λάθος.  Περισσότερο από εκείνον που παρακολουθεί το έργο του Θανάτου, με χρειάζεται αυτός το υφίσταται.  Για τον ετοιμοθάνατο, λέω…Η πρώτη και η τελευταία φορά που εσείς οι άνθρωποι με βλέπετε είναι η στιγμή του θανάτου σας… Μα είναι μια γνώση που έχουν μόνο οι νεκροί – αυτοί δεν μπορούν να σας τη μεταβιβάσουν κι εσείς δεν προλαβαίνετε να την αποκτήσετε όσο κρατά η ζωή σας».    

Έτσι «συστήνεται» ο Άγγελος και έτσι αρχίζει η ιστορία.  Χάρη στη δική του αριστουργηματική φωνή, οι αφηγηματικές συμβάσεις καταλύονται, εξωκειμενικές αναφορές και διάλογοι ενσωματώνονται στην αφηγητική ροή, ενώ η επίπονη συγγραφική δημιουργία επισκιάζεται από την λαμπερή απλότητα της γλώσσας και της κάθε φράσης ξεχωριστά.  Απλότητα ωστόσο εικονική, αποτέλεσμα συγγραφικής δεξιοτεχνίας, ενός γόνιμου πειραματισμού του συγγραφέα πάνω στη γραφή με μοναδική του έγνοια το σεβασμό και την ειλικρίνεια απέναντι στον αναγνώστη του.  

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Όταν η καταστροφή γίνεται τέχνη


Μιχάλης Μοδινός

Η Σχεδία
Εκδ. Καστανιώτης 2011
σελ. 190

Μηχανικός, γεωγράφος, συγγραφέας και πρωτίστως περιβαλλοντολόγος, ο Μιχάλης Μοδινός, εκτός από μυθιστορήματα, μας έχει δώσει αξιοσημείωτα βιβλία οικο-γεωγραφικού περιεχομένου με επίκεντρο τον προβληματισμό του για τη διαδικασία της ανάπτυξης, τις επιπτώσεις της στο περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες.   Αυτός ο ίδιος  προβληματισμός διαχέεται και στο λογοτεχνικό του έργο μέσα από ένα μωσαϊκό μοτίβων όπως η  απόδραση από το αστικό τοπίο,  η αποσάθρωση των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η σύγκρουση του ευρωπαϊκού ορθολογισμού με την “υπανάπτυξη”, η ιδιαιτερότητα των τόπων, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, η επιστροφή στα πατρογονικά εδάφη του παρελθόντος, ο συνεχής διάλογος των ιδεολογιών και των πολιτισμών.    Ως κοινό σημείο καθενός από τα τέσσερα μυθιστορήματά του  (Χρυσή Ακτή, Ο Μεγάλος Αμπάι, Επιστροφή, Σχεδία), η ίδια πάντα αναζήτηση προβάλλει αρχετυπική:    η εξερεύνηση του νοήματος και της ουσίας της ανθρώπινης περιπέτειας.  


Στο τελευταίο μυθιστόρημά του, ο Μοδινός τοποθετεί την ανθρώπινη περιπέτεια στη σχεδία ενός ιστορικού ναυαγίου, που συγκλόνισε την μεταναπολεόντεια Γαλλία και ενέπνευσε το κίνημα του Ρομαντισμού στην τέχνη.  Δεν είναι άλλο από το ναυάγιο της γαλλικής φρεγάτας Μέδουσας που το 1816 εξόκειλε σε αμμόλοφο ανοιχτά της Μαυριτανίας ενώ μετέφερε στην Αφρική—με εντολή του Λουδοβίκου ΙΗ--τον κυβερνήτη, τους αξιωματούχους και τους αποίκους που θα εγκαθίδρυαν την αποικία της Σενεγάλης.   Στη Μέδουσα επέβαιναν τετρακόσιοι συνολικά επιβάτες αν και  το πλοίο διέθετε λέμβους μόνο για διακόσιους πενήντα.  Οι ξυλουργοί και το πλήρωμα κατασκεύασαν μια τεράστια ξύλινη σχεδία, η οποία από την πρώτη κιόλας στιγμή αποδείχτηκε ακατάλληλη να μεταφέρει τους εναπομείναντες εκατόν πενήντα περίπου μη προνομιούχους.  Χωρίς όργανα πλοήγησης, χάρτες και τρόφιμα, οι άνθρωποι αυτοί εγκαταλείφθηκαν στον καυτό ήλιο, τους κινδύνους της θάλασσας, τη δίψα, την ασιτία.  Όσοι δεν έγιναν βορά των καρχαριών αλληλοεξοντώθηκαν, αλληλοσπαράχτηκαν ή πέθαναν από τη δίψα.  Μόνο δεκαπέντε περισώθηκαν δύο εβδομάδες αργότερα και από τους δεκαπέντε δέκα μόνο επέζησαν.  Ανάμεσά τους οι  Corréard και Savigny. γεωγράφος και γιατρός της αποστολής αντίστοιχα, συγγραφείς ενός  εμπεριστατωμένου χρονικού του ναυαγίου, το οποίο προκάλεσε πολιτικό σκάνδαλο επιρρίπτοντας ευθύνες στον ίδιο το Λουδοβίκο για την επιλογή ενός ακατάλληλου πλοίαρχου με μοναδικό κριτήριο την πολιτική του τοποθέτηση.  Σήμερα, το ναυάγιο της Μέδουσας έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία όχι τόσο ως μέγα ιστορικό γεγονός όσο γιατί ενέπνευσε το Γάλλο ζωγράφο Τεοντόρ Ζερικώ να φιλοτεχνήσει τη Σκηνή Ναυαγίου, ένα έργο-σύμβολο της αδιαφορίας της εξουσίας απέναντι στο λαό και το οποίο σηματοδότησε την έναρξη του  Ρομαντισμού στη Γαλλία.  
      
Στη Γαλλία, λοιπόν, σε ένα προάστιο στους πρόποδες της Μονμάρτης, στήνεται το μυθιστορηματικό σκηνικό της Σχεδίας, όπου ο Ζερικώ,  πυρετωδώς, συλλέγει το υλικό του και κατασκευάζει τα προκαταρτικά του σχέδια για το έργο με το οποίο θα  εκπροσωπηθεί στο Σαλόν 1819 του Παρισιού και θα ταράξει τα νερά του γαλλικού καλλιτεχνικού γίγνεσθαι.  Η Σχεδία του Μοδινού δεν είναι ωστόσο ένα ιστορικό βιβλίο, βασισμένο αποκλειστικά και μόνο στα ιστορικά γεγονότα της εποχής.  Είναι ένα μυθιστόρημα που αναζητά την ανθρώπινη περιπέτεια στις λεπτομέρειες που έμειναν εκτός πλαισίου του ιστορικού πίνακα, στα στοιχεία εκείνα που παραπέμπει η λεζάντα του έργου στο Λούβρο και μέσα από την οποία ο θεατής καλείται να δει ότι ο μόνος ήρωας σ' αυτήν την επική αναπαράσταση είναι η ίδια η ανθρωπότητα.  Το ζητούμενο επιτυγχάνεται με την επινόηση μιας θαυμάσιας μυθιστορηματικής ηρωίδας, μιας γυναίκας επιβάτιδας της Μέδουσας,  που αν και δεν επέβαινε στη σχεδία γνωρίζει λεπτομερώς τις φρικιαστικές σκηνές που διαδραματίστηκαν μέσα από τις διηγήσεις του Αφρικανού υπηρέτη της.   Η κεντρική αυτή ηρωίδα, η κυρία Ζεπαρντιέ,  μια περιπετειώδης και μορφωμένη γυναίκα η οποία έχει ζήσει αρκετά χρόνια στις Γαλλικές αποικίες και έχει ναυαγήσει ξανά σε παλαιότερο ναυάγιο, επισκέπτεται τον ζωγράφο Ζερικώ στο εργαστήριό του και τον τροφοδοτεί, μέσα από ουσιαστικές συζητήσεις, με λεπτομερές υλικό για τα όρια της ανθρώπινης αντοχής κάτω από ακραίες συνθήκες αλλά και με πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή της στις αποικίες.    Σε μια παλαιότερη ιστορική εποχή, οι αφηγήσεις της κυρίας Ζεπαρντιέ για ένα συγγραφέα σαν τον Ντανιέλ Ντεφό ίσως κατασκεύαζαν έναν υπέρτερο Ροβινσώνα, απαλλαγμένο από την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα του Αγγλικού θρόνου.  Όμως ο Ζερικώ είναι ζωγράφος και δεν μπορεί παρά να επιλέξει τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία και αφού απορρίψει επεισόδια και μορφές να φτάσει σε κάτι που να ενσωματώνει την πεμπτουσία των διηγήσεων απεικονίζοντας μέσα από μία και μοναδική σκηνή του ναυαγίου της Μέδουσας τη διαχρονικότητα της ανθρώπινης περιπέτειας.  

 Ζερικώ:  Σκηνή Ναυαγίου,  Λούβρο


«Η Σχεδία» απομυθοποιεί το έργο του Ζερικώ και βλέποντας πέρα από το πλαίσιό του αναδύεται ως υπερβατική αλληγορία.  Το μυστικό του έργου που καθιέρωσε το ρομαντισμό στην ιστορία της τέχνης βρίσκεται στις λεπτομέρειες που εγκιβωτίζονται στα εκτός έργου στοιχεία, εκείνα δηλαδή που προκύπτουν από τις διηγήσεις και τις ημερολογιακές σημειώσεις της κεντρικής ηρωίδας.  Έτσι μόνον ο αναγνώστης καθίσταται ερμηνευτής του βαθύτερου μηνύματος του έργου, της αλληγορίας της ελπίδας, που γίνεται ορατή μέσα από τη θέαση των ταλαιπωρημένων σωμάτων των ναυαγών την ώρα που εκτείνονται "τανυσμένα" στη θέα της κουκίδας, του σωστικού πλοίου που αν και δύσκολα διακρίνεται στον ταραγμένο ορίζοντα είναι ικανή να ζωντανέψει τους απελπισμένους, να δείξει με άλλα λόγια ότι ακόμη και στην έσχατη στιγμή όλα μοιάζουν εφικτά.  

Η ιστορία κινείται με ταχείς ρυθμούς ανάμεσα στη Μονμάρτη, την Αμπουάζ και το Παρίσι μεταξύ 1818 και 1819 με αλλεπάλληλους μικρούς σταθμούς-αναδρομές στον τόπο και χρόνο του ναυαγίου αλλά και τις αποικίες της Νότιας Αμερικής στην αρχή του δέκατου ένατου αιώνα.  Οι αναδρομές, σύντομες αλλά γεμάτες σημασία, φέρουν στο προσκήνιο σημαντικές λεπτομέρειες του παρελθόντος ενώ ανασύρουν με κινηματογραφική ταχύτητα εικόνες από το πελώριο έπος της φύσης και της αμείωτης ισχύος της. 


Γραφή ρέουσα και διαυγής, χαρακτήρες ολοκληρωμένοι, εξαίσιες περιγραφές τόπων και τοπίων, διαλογισμοί και συλλογισμοί γύρω από το ναυάγιο και την πολιτική κατάσταση που το πλαισιώνει και μια κλεφτή αλλά ουσιαστική ματιά στα ιδεώδη του ευρωπαϊκού διαφωτισμού που κατακερματίζονται μέσα από τις πολιτικές της αποικιοκρατίας, συνθέτουν-- αριστοτεχνικά και απέριττα-- ένα βαθειά στοχαστικό μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί και δύσκολα ξεχνιέται.  Ο Μοδινός πήρε τη Σκηνή Ναυαγίου της Μέδουσας, την αποδόμησε και τοποθετώντας την σ' ένα ευρύτερο ιστορικοπολιτικό, φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο πήγε την τέχνη ένα βήμα παραπέρα μετουσιώνοντάς την σε λογοτεχνική δημιουργία. 
                                                                                                 
Γεωργία Γαλανοπούλου 16/05/2011




Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Libri et cetera: Όταν η καταστροφή γίνεται τέχνη

Libri et cetera: Όταν η καταστροφή γίνεται τέχνη: " Μιχάλης Μοδινός Η Σχεδία Εκδ. Καστανιώτης 2011 σελ. 190 Μηχανικός, γεωγράφος, συγγραφέας και πρωτίστως περιβαλλοντολόγος, ο Μιχάλης Μοδι..."