e.e. cummings: Advice to a young poet

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Όταν ο Πούλμαν αφηγείται Γκριμ



Φίλιπ Πούλμαν, Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ
Μετ. Κώστια Κωντολέων, Ψυχογιός 2013
490 σελίδες


          Κάποτε τα παραμύθια, με τη γοητεία των υπερβολών τους,  την αγνότητα, τη σκληρότητα, τα διδάγματα, αλλά και το σαγηνευτικό μαγικό τους κόσμο, ψυχαγωγούσαν παιδιά και ενήλικες συνάμα.  Παρείχαν κατά κάποιον τρόπο—όπως είχε επανειλημμένα διατυπωθεί από τον Τζων Άπνταϊκ—ένα είδος διασκέδασης (όχι απαραίτητα κατάλληλη για ανηλίκους) σαν αυτή που στους δικούς μας τους καιρούς παρέχει η τηλεόραση.  Οι παραδοσιακοί αφηγητές, κοινώς παραμυθάδες, με ένα πλούσιο ρεπερτόριο αποθηκευμένο στη μνήμη τους, παρείχαν στο κοινό τους, ανάλογα με την περίσταση, ό,τι ποθούσε η καρδιά ν’ ακούσει, από ιστορίες πλαισιωμένες με στοιχεία τολμηρού ερωτισμού μέχρι απίστευτες υπερβολές, συγκινήσεις και αγριότητες.  Για τους ακροατές, που κάθονταν γύρω από την οικογενειακή εστία και παρακολουθούσαν μαγεμένοι, η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήταν βέβαια το αθώο κοριτσάκι που παρέκλινε από το μονοπάτι του δάσους, όπως προέκυψε αργότερα—κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα—όταν τα παραμύθια σταδιακά μετανάστευσαν από το χώρο της εστίας στο παιδικό υπνοδωμάτιο και σιγά-σιγά προσαρμόστηκαν ανάλογα με τις ανάγκες και τις ευαισθησίες της παιδικής ηλικίας. 
  
          Συλλέκτες παραμυθιών της προφορικής παράδοσης οι αδελφοί Γκριμ, εργάστηκαν με αφοσίωση για τη συλλογή και διάσωσή τους ενώ ο ένας εκ των αδελφών, ο Βίλχελμ Καρλ, ανέλαβε με λογοτεχνική δεινότητα να τα προσαρμόσει και να τα καταγράψει.  Αυτά τα παραμύθια,  γνωστά ως "Kinder - und Hausmärchen" ("Παιδικά και Οικογενειακά Παραμύθια"), 211 στο σύνολό τους, έκαναν την εμφάνισή τους διαδοχικά μέσα από επτά εκδόσεις ανάμεσα στο 1812 και 1857.   Ακριβώς δύο αιώνες μετά την πρώτη έκδοση, το 2012, η Penguin Classics κυκλοφορεί την πολυσέλιδη, μη εικονογραφημένη έκδοση με τίτλο «Ιστορίες των Γκριμ για μικρούς και μεγάλους», με την υπογραφή του Φίλιπ Πούλμαν, του συγγραφέα που πάνω στην αλλαγή της χιλιετηρίδας ξεχώρισε και έλαμψε με το αριστουργηματικό του έργο «Η Τριλογία του Κόσμου» (Ψυχογιός, 1998-2002, μετ. Κ. Κοντολέων) .

           Και εδώ προκύπτει το εξής ερώτημα:  Τι μπορεί να επιζητά ένας κορυφαίος στο είδος του συγγραφέας επιλέγοντας να ξαναγράψει 50 παραμύθια των Γκριμ τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν άψογες μεταφράσεις/διασκευές είτε από τον Ralph Manheim είτε από τον Jack Zipes, είτε  από άλλους γνωστούς και λιγότερο γνωστούς μεταφραστές και συγγραφείς;   Ίσως, μία ακόμη εμπορική επιτυχία.  Ίσως.  Γιατί να μην είναι όμως το αστείρευτο μεράκι του συγγραφέα να διεισδύσει στις πηγές των Γκριμ, να ερευνήσει, να ξαναδεί σε βάθος ένα-ένα τα παραμύθια και με εργαλείο την αγγλική γλώσσα και τη δική του αφηγηματική φωνή να τα φωτίσει και να τα αναδείξει;  Άλλωστε, η πυξίδα  που καθοδηγεί την ανα-διήγησή του, όπως ο ίδιος αναφέρει στην εισαγωγή του, είναι η περιέργεια να ανακαλύψει με ποιον τρόπον λειτούργησαν οι μύθοι ως ιστορίες.  Με ποιον τρόπο, δηλαδή, θα έλεγε ο ίδιος τις ιστορίες αν τις είχε ακούσει από κάποιον άλλον και ήθελε να τις μεταφέρει.  Μέλημά του, δεδηλωμένα, δεν είναι η τοποθέτησή τους σε περιβάλλον μοντέρνο ή η δημιουργία  προσωπικών ερμηνειών και συνθέσεων με βάση τις αυθεντικές, αλλά η δημιουργία εκδοχών που να είναι απόλυτα κατανοητές.  Επικεντρώνεται, λοιπόν, στις καλύτερες κατά τη γνώμη του ιστορίες—πενήντα σε αριθμό-- και «απαλείφοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να τις εμποδίσει να ρέουν απρόσκοπτα» τις αφήνει να εξελιχθούν μέσα από τη δική του αφηγηματική φωνή παραθέτοντας στο τέλος, για κάθε ιστορία ξεχωριστά,  σημειώσεις μέσα από τις οποίες αναδύονται οι πηγές του και οι τυχόν άλλες εκδοχές.  Το αποτέλεσμα;  Παρά τις μικρές, ανεπαίσθητες δομικές επεμβάσεις με τις οποίες ενίοτε εκπλήσσει, ο Πούλμαν παραμένει σε μεγάλο βαθμό πιστός στα "Kinder - und Hausmärchen".  

          Αδιαφορώντας για τις υπάρχουσες φροϋδικές, μαρξιστικές ή φεμινιστικές προσεγγίσεις των παραμυθιών των Γκριμ, ο Πούλμαν αποζητά ότι και ο Αμερικανός ποιητής Τζέημς Μέρριλλ στο μακροσκελές ποίημά του «The Changing Light at Sandover» (1982):  Τις «απλές μα βαθυστόχαστες ιστορίες, τις κρυμμένες στα παλιά λαϊκά παραμύθια», τις αναλλοίωτες και τις απαλλαγμένες από σκόπιμες πολιτικές, θρησκευτικές ή και σεμνότυφες επικαλύψεις.  «Αχ, θέλω να μάθω τι σημαίνει ανατριχίλα αλλά κανείς δεν μπορεί να μου το μάθει» επαναλαμβάνει ο κεντρικός ήρωας στο «Αγόρι που έφυγε από το σπίτι του για να μάθει τι σημαίνει ανατριχίλα».  Σ’ αυτήν τη θαυμάσια ειπωμένη ιστορία, το παιδί που αφήνει το χωριό του για να αναζητήσει τον φόβο δεν θα τον αισθανθεί ούτε μια φορά όσο κι αν έρθει αντιμέτωπο με τις πιο τρομακτικές εμπειρίες.  Το αποτέλεσμα;  Στα πλαίσια της αναζήτησής του, απαλλάσσει τον τόπο από κάθε είδους φαντάσματα, μάγους, θηρία και ληστές, κερδίζει θησαυρούς, παντρεύεται  την κόρη του βασιλιά, παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί ν’ αποζητά να μάθει τι σημαίνει ανατριχίλα.  Τελικά, μέσα από ένα φινάλε απρόσμενο και χιουμοριστικά δοσμένο, ο ήρωας επιτέλους θα φτάσει στην αναζήτησή του όταν η γυναίκα του αδειάσει πάνω στο σώμα του, την ώρα που κοιμάται, έναν ολόκληρο κουβά νερό και ζωντανά ψαράκια.  «Οχ!  Τι είναι αυτό που νοιώθω;  Να είναι αυτό που το λένε ανατριχίλα;  Ναι, αυτό είναι!  Λατρεμένη μου, αγαπημένη μου γυναίκα!  Κατάφερες αυτό που κανείς άλλος δεν μπόρεσε να καταφέρει.  Έμαθα πια τι σημαίνει ανατριχίλα!»   Αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για κάθε είδους ερμηνεία, ο Πούλμαν φαίνεται ν’ απολαμβάνει μέσα από τη δική του αφήγησή τον τρόπο με τον οποίο οι Γκριμ απέδωσαν την ιστορία επιλέγοντας να την παραδώσει ατόφια αφήνοντάς τη--με κινητήρια δύναμη την αγγλική γλώσσα-- να κυλίσει αβίαστα και ελεύθερα όπως κυλάει το νερό στο αυλάκι.  

           Ανάμεσα στα πενήντα παραμύθια που αφηγείται ο Πούλμαν συγκαταλέγονται και τα πολύ γνωστά και αγαπημένα.  Η Χιονάτη, η Κοκκινοσκουφίτσα, η Σταχτοπούτα, οι μουζικάντηδες της Βέρμης, Χάνσελ και Γκρέτελ, το Αγριοκυπαρίσσσι, η Ραπουνζέλ, ο βασιλιάς βάτραχος, Γιορίντα και Γιορίνγκελ για να ονομάσουμε μόνο μερικά.  Εκείνοι που έχουν διαβάσει την Τριλογία του Κόσμου, ένα έργο που αντλεί το πρωτόλειο υλικό του από τιτάνες της Αγγλικής λογοτεχνίας, τον Μίλτον, τον Μπλέηκ, τον Κητς και όχι μόνον, ίσως είναι διστακτικοί έχοντας κατά νου ότι ο συγγραφέας μπορεί—παρασυρόμενος-- να κάνει το πέρασμα της Κοκκινοσκουφίτσας από το δάσος τόσο μεγάλο σε διάρκεια όσο το πέρασμα της κεντρικής του ηρωίδας, της Λύρας Μπελάκουα, από το ένα στο άλλο σύμπαν.  Δεν πρόκειται όμως περί αυτού.  Ο Πούλμαν ξέρει πολύ καλά τι κάνει και η αφήγησή του γίνεται με συναρπαστική ταχύτητα, η οποία στην περίπτωση των μύθων θεωρείται αρετή.  Σχήματα λόγου και καλολογικά στοιχεία, όπως ο ίδιος ο Πούλμαν εκτενώς αναφέρει στην εισαγωγή του, δεν υπάρχουν εκτός από τα προφανή.  «Λευκό σαν το χιόνι, κόκκινο σαν το αίμα κι αυτό είναι όλο…Όταν αυτό που θέλεις να μάθεις είναι τι συμβαίνει στη συνέχεια, τα καλολογικά στοιχεία το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να εκνευρίσουν».  

          Στα χέρια μου κρατώ την ελληνική έκδοση του Φίλιπ Πούλμαν με τίτλο «Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ»  (Ψυχογιός, 2013).  Τον πρόλογό της υπογράφει η συγγραφέας και βιβλιοκριτικός Μαρίζα Ντεκάστρο και τη μετάφραση η συγγραφέας Κώστια Κωντολέων, γνωστή για την αριστουργηματική της απόδοση της «Τριλογίας του Κόσμου» αλλά και των σημαντικότερων έργων του Πούλμαν στην ελληνική γλώσσα.  Λιτή και επί της ουσίας η Ντεκάστρο, σχολιάζει το Πουλμανικό εγχείρημα μέσα από μια τετρασέλιδη εμπεριστατωμένη παρουσίαση-κριτική προετοιμάζοντας το έδαφος για την ανάγνωση του βιβλίου.  Η Κοντολέων, πιστή  όπως πάντα στην απόδοση του ύφους του συγγραφέα, απόλυτα συγχρονισμένη με τον αφηγηματικό ρυθμό τόσο των παραμυθιών όσο και του εισαγωγικού κειμένου και των σχολίων,  μεταφέρει ανάγλυφα στην ελληνική γλώσσα ένα έργο κλασσικό, απόλαυση για τους παραμυθόφιλους—μικρούς και μεγάλους—και πολύτιμο εργαλείο στα χέρια εκπαιδευτικών αλλά και μελετητών των παραμυθιών και των λαογραφικών παραδόσεων. 

Γ.Γ.