e.e. cummings: Advice to a young poet

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Η αληθινή ιστορία μιας μικρής δεκαοχτούρας, μέρος ΙΙ

Αποφασίσαμε ν’ αφήσουμε τα μικρά στη φωλιά τους μέχρι να δούμε πως θα τα βοηθήσουμε αν δεν γυρίσει η μάνα τους.   Καλύψαμε τις ράχες τους με μικρό, μαλακό ύφασμα, για νάχουν ζεστασιά την πρώτη νύχτα της μοναξιάς τους.    Και το πρωί, σαν βγήκε για καλά ο ήλιος, βγήκαμε στο μπαλκόνι να τα ξεσκεπάσουμε.  Η μάνα--όπως φοβόμαστε-- δεν είχε επιστρέψει, αλλά με κάποιο μυστήριο τρόπο το πράσινο χνουδωτό ύφασμα είχε αλλάξει θέση και από σκέπασμα σε στρώμα είχε μετατραπεί.  Ένα λεπτό, απαλό στρώμα, απλωμένο με περίσσεια νοικοκυροσύνη κάτω από τα τρυφερά σωματάκια των μικρών.   



Διαβάσαμε πως ο βρασμένος κρόκος αυγού είναι καλό δυναμωτικό.  Έτσι, με κρόκο και βρεγμένα κομματάκια φρυγανιάς, επιχειρήσαμε να ταΐσουμε τα μικρά.   Εκείνα κατατρόμαξαν σαν πλησίασα τη φωλιά, σαν άπλωσα το χέρι να εναποθέσω την τροφή σιμά τους.  Ανασηκώθηκαν ταυτόχρονα στ’ αδύναμα ποδαράκια τους, φούσκωσαν τα μικροσκοπικά σωματάκια τους κι οπισθοχώρησαν φοβισμένα προς το έξω μέρος της φωλιάς, με κίνδυνο να βρεθούν εκτός της.  Άφησα τον κρόκο και αποσύρθηκα διακριτικά.   Δεν πέρασε μια ώρα και το χαρακτηριστικό λυγμικό κρώξιμο της δεκαοχτούρας έσπασε την απογευματινή σιωπή.  Έτρεξα στο μπαλκόνι και την είδα.  Καθόταν εκεί, δίπλα στα μικρά της, σαν να μην είχε φύγει ποτέ.