e.e. cummings: Advice to a young poet

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Σταχτοπούτες...







Μ’ αρέσει αυτή εδώ η Σταχτοπούτα της Πόλυς Χατζημανολάκη, εμπνευσμένη από φωτογραφία απεικονίζουσα ζεύγος «γοβακίων».   «Ραμμένα στο χέρι με χωριστό πατρόν…με φιογκάκια και εξωτερικό γαζί», γοβάκια που μεταμορφώνουν τη φτωχή κοπέλα σε λαμπερή χορευτική παρτενέρ που «ξετρελαίνει τον πρίγκιπα» μα τον εγκαταλείπει τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι δεν είναι εκείνος των ονείρων της αλλά ο «λάθος πρίγκιπας».  Μια Σταχτοπούτα χειραφετημένη, μυαλωμένη και ρομαντική συνάμα.  Απολαύστε την.

 Εμπνευσμένο από φωτό με γοβάκια του Γιώργου Μαύρου

"Ραμμένα στο χέρι και με χωριστό πατρόν τα γοβάκια της Σταχτοπούτας

H Σταχτοπούτα δεν έχασε το κρυστάλλινο γοβάκι της τρέχοντας για να φύγει όταν χτύπησαν μεσάνυχτα από το χορό του πρίγκιπα…Έφυγε φορώντας και τα δυο της γοβάκια , δώρο της νονάς της…Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα ζευγάρι παπούτσια που φορώντας τα μπορούσε να μεταμορφωθεί από τη φτωχή υπηρέτρια που κοιμόταν στις στάχτες στην λαμπερή κοπέλα που ξετρέλανε τον πρίγκιπα στο χορό…Φυσικά δεν ήταν κρυστάλλινα, ήταν όμορφα παπούτσια, φτιαγμένα με χωριστό πατρόν για δεξί και αριστερό πόδι, με εξωτερικό γαζί και φιόγκο και ραμμένα στο χέρι από τη νονά της. Ήταν δηλαδή κυριολεκτικά κομμένα και ραμμένα στα μέτρα της κάτι που τους έδινε και σε αυτά και στην Σταχτοπούτα που τα φορούσε, τη χάρη στην κίνηση και στο χορό, που την έκανε να κερδίσει με την πρώτη την εύνοια του πρίγκιπα...
Παρά τη λαχτάρα της να πάει στο χορό και ενώ χόρεψε το περίφημο βαλς που λέει το παραμύθι με τον πρίγκιπα, την ώρα που εκείνος της έλεγε πως ήταν βέβαιος πως αυτή ήταν αυτή που θα διάλεγε, κάτι μέσα της έψαχνε στα γρήγορα να βρει την έξοδο για να το βάλει στα πόδια…
Και δεν ήταν ότι πλησιάζαν μεσάνυχτα και θα λύνονταν τα μάγια, δεν ήταν πως ο πρίγκιπας δεν ήταν ευγενικός και συμπαθέστατος, δεν ήταν πως δεν είχε ονειρευτεί ποτέ τα βράδια όταν κοιμόταν δίπλα στη στάχτη ότι θα συναντούσε τον πρίγκιπα του παραμυθιού και θα τον ερωτευόταν και θα γινόταν οι γάμοι τους και θα έμεναν για πάντα ευτυχισμένοι στο παλάτι…Το πρόσωπο που έβλεπε απέναντί της όμως δεν ήταν αυτό που έβλεπε στον ύπνο της αλλά κάποιο άλλο. Πανικοβλήθηκε. Δεν ήταν εκεί και η νονά για να τη ρωτήσει τι να κάνει. Κοίταξε γύρω της και δεν είδε παρά μια αίθουσα γεμάτη με βλέμματα άλλων κοριτσιών καρφωμένα πάνω της. Κορίτσια που είχαν έλθει ως εκεί με τη την ελπίδα, η κάθε μια με τον τρόπο της, πως αυτή θα ήταν η εκλεκτή…Βλέμματα που δεν αμφέβαλλαν για το αν ο πρίγκιπας ήταν ο πρίγκιπας των ονείρων τους και που περίμεναν με λαχτάρα να τις κοιτάξει… Η Σταχτοπούτα θυμήθηκε πάλι τον πρίγκιπα του ονείρου και προσπάθησε να κερδίσει χρόνο πριν ο πρίγκιπας του παραμυθιού την παρουσιάσει στους γονείς του. Η παρουσία της εκεί σήμαινε πως εκ των προτέρων έλεγε ναι στην ανοιχτή πρόταση γάμου προς όλες τις κοπέλες του βασιλείου. Για αυτό δεν είχε οργανωθεί ο χορός άλλωστε;
Χωρίς να δώσει και πολλές εξηγήσεις στον πρίγκιπα του παραμυθιού, προτιμώντας τη στάχτη της από το λάθος πρίγκιπα, έτρεξε προς την έξοδο, φορώντας και τα δυο της γοβάκια και κατέβηκε τρέχοντας αλλά προσεκτικά τις σκάλες του παλατιού για να χωθεί στο πίσω κάθισμα της άμαξας που την είχε φέρει, γιατί αυτό με την κολοκύθα και τα ποντικάκια ήταν πέρα για πέρα αλήθεια.
Φτάνοντας στο σπίτι ήταν αργά και η ίδια κουρασμένη…κούρνιασε όπως το συνήθιζε δίπλα στο τζάκι για να ονειρευτεί…ανησυχούσε πως ο πρίγκιπας του ονείρου ίσως έκανε σκηνή ζηλοτυπίας για το αποψινό και άφησε στην άκρη της κουζίνας, κοντά στην πόρτα τα γοβάκια, έτοιμη να τα ξαναφορέσει μόλις μάθαινε πως κάποιος πρίγκιπας καλεί πάλι σε χορό…" Πόλυ Χατζημανωλάκη

---

Κάποτε, στο μυαλό μου, είχα φτιάξει κι εγώ μια Σταχτοπούτα που τα δικά της τα γοβάκια ήταν τα αυθεντικά, τα γούνινα γοβάκια, όπως τα ήθελε εκείνος ο μεσαιωνικός προφορικός μύθος πολύ προτού τον πάρει ο Περώ για να τον κάνει το ωραίο παραμύθι που όλοι τώρα ξέρουμε.  Γιατί μπορεί ο Περώ να θέλει τα γοβάκια γυάλινα, η προφορική παράδοση ωστόσο μιλάει για περίτεχνα πασουμάκια από γουνάκι σκίουρου φτιαγμένα.   Οι λέξεις ακουστικά είναι ίδιες,  μόνο στην ορθογραφία τους διαφέρουν.  La pantoufle de vair λέει ο μύθος (όπου vair=γούνα σκίουρου στα μεσαιωνικά γαλλικά), la pantoufle de verre λέει ο Περώ.   Και δεν μπορώ να ξέρω αν ο Περώ επέλεξε συνειδητά ν’ αλλάξει τη λέξη με κάποια ομόηχη που μάλιστα συμβολίζει την αγνότητα και τη μαγεία, το γυαλί δηλαδή, ή αν η λέξη καταγράφηκε ως γυαλί ως αποτέλεσμα σημασιολογικής σύγχυσης.   Και αυτό έχει κάποια σημασία αν λάβει κανείς υπόψη τις φροϋδικού τύπου ερμηνείες που θα απέδιδε κανείς στη λέξη την "πρωτότυπη" και τα παράγωγά της. 

 Μιας και ξενύχτησα λοιπόν, ιδού μιας παραγράφου μόνο ιστορία:

Και ήτανε, λέει, η τελειότερη ντάμα του κόσμου η Σταχτοπούτα στην αγκαλιά του πρίγκιπα.   Μα όταν εκείνος, ώρα μεσάνυχτα, ψιθύρισε το σ’ αγαπώ στ’ αυτί της,  θόλωσε το μυαλό τής Σταχτοπούτας.  Μη νάταν τάχατες ο πρίγκηψ το ταίρι το απόλυτο, το έτερο μισό της;  Και τότε;  Τι θα γινόταν τότε αν κάτι πήγαινε στραβά;  Τι κι αν φθειρότανε ο έρωτάς τους  όπως τα γούνινα γοβάκια φθείρονται σαν τα φοράς;  Ολάκερο το σύμπαν θα κατέρρεε τότε…  Αυτά σκεφτότανε η Σταχτοπούτα ενώ δραπέτευε από τ’ αγκάλιασμα του πρίγκιπα κι έφευγε τρέχοντας για να χαθεί μέσα στο πλήθος των καλεσμένων.   Πάνω στη βιάση της παραπατά.  Φεύγει απ’ το πόδι το δεξί το γούνινό της το γοβάκι.   Το βλέπει ο πρίγκιπας, σκύβει, το σηκώνει, πίσω της  τρέχει ολοταχώς.   Σαν κάνει πως ζυγώνει, ταυτόχρονα κι αστραπιαία, συμβαίνει η μεταμόρφωση της άμαξας, του αμαξά, μα και της Σταχτοπούτας.    Δεν τον ξανάδε από τότε τον πρίγκιπα η Σταχτοπούτα.  Κι ούτε το γούνινό της το γοβάκι το δεξί ξανάδε.   Γνώρισε όμως ένα καλό παλικάρι, το παντρεύτηκε κι έφυγε μαζί του για την ξενητιά.   Πέρασαν χρόνια πολλά, παντρεύτηκε κι ο πρίγκιπας μια όμορφη βασίλισσα και έγινε βασιλιάς.  Το γούνινο γοβάκι το κατέχει ακόμα.  Λένε μάλιστα κάποιοι που ξέρουν, ότι μετά τις τόσες δοκιμές σε τόσα ποδαράκια, κοντεύει πια να διαλυθεί.